Μονογονιδιακές διαταραχές

Λίστα μονογονιδιακών διαταραχών που ανιχνεύουνται με το VERAgene

Διαταραχή Αντίκτυπος Περίληψη Συμπτώματα
Ανεπάρκεια 3 μεθυλοκροτονυλο CoA καρβοξυλάσης 1 (ανεπάρκεια 3-MCC-1) Σοβαρός Η ανεπάρκεια 3 μεθυλοκροτονυλο CoA καρβοξυλάσης (ανεπάρκεια 3-MCC) είναι μία κληρονομική διαταραχή κατά την οποία το σώμα αδυνατεί να διασπάσει το αμινοξύ λευκίνη (είναι θεμέλιος λίθος των πρωτεϊνών).
Μερικά παιδιά με ανεπάρκεια 3-MCC θα αρχίσουν να αναπτύσσουν συμπτώματα κατά τη νεογνική ή πρώτη παιδική ηλικία. Ωστόσο πιο πρόσφατες μελέτες υποδηλώνουν ότι πολλά προσβεβλημένα μωρά, που διαγιγνώσκονται κατά τον νεογνικό έλεγχο, δεν θα εκδηλώσουν ποτέ συμπτώματα.
Η ανεπάρκεια 3-MCC μπορεί να σχετίζεται με επεισόδια «μεταβολικής κρίσης», κατά την οποία τα προσβεβλημένα άτομα παρουσιάζουν μειωμένη όρεξη, έλλειψη ενεργητικότητας, ευερεθιστότητα, αδυναμία, ναυτία και/ή έμετο. Αν οι μεταβολικές κρίσεις δεν αντιμετωπισθούν, η διαταραχή μπορεί να οδηγήσει σε αναπτυξιακές υστερήσεις, εγκεφαλικούς σπασμούς, κώμα ή ακόμα και θάνατο.
Η ανεπάρκεια 3-MCC-1 προκαλείται από αλλαγές (μεταλλάξεις) στο γονίδιο MCCC1. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει διατροφή χαμηλή σε λευκίνη και κατάλληλα διατροφικά συμπληρώματα.
Οξεία ηπατική στεάτωση, γενικευμένη υποτονία, πλημμελής ανάπτυξη, κετονουρία, κώμα, υπεραντανακλαστικότητα, φαινοτυπική ποικιλότητα, υπογλυκαιμία, επεισοδιακή μεταβολική οξείδωση, νοητική υστέρηση, ετερογένεια, οξεία υπεραμμωνιαιμία, λήθαργος, έμετος, οπισθότονος, επιληπτικοί σπασμοί, καθολική αναπτυξιακή υστέρηση, δυσκολίες σίτισης κατά τη νεογνική ηλικία.
Ανεπάρκεια 3 μεθυλοκροτονυλο CoA καρβοξυλάσης 2 (ανεπάρκεια 3-MCC-2) Σοβαρός Η ανεπάρκεια 3 μεθυλοκροτονυλο CoA καρβοξυλάσης (ανεπάρκεια 3-MCC) είναι μία κληρονομική διαταραχή κατά την οποία το σώμα αδυνατεί να διασπάσει το αμινοξύ λευκίνη (είναι θεμέλιος λίθος των πρωτεϊνών).
Μερικά παιδιά με ανεπάρκεια 3-MCC θα αρχίσουν να αναπτύσσουν συμπτώματα κατά τη νεογνική ή πρώτη παιδική ηλικία. Ωστόσο πιο πρόσφατες μελέτες υποδηλώνουν ότι πολλά προσβεβλημένα μωρά, που διαγιγνώσκονται κατά τον νεογνικό έλεγχο, δεν θα εκδηλώσουν ποτέ συμπτώματα.
Η ανεπάρκεια 3-MCC μπορεί να σχετίζεται με επεισόδια «μεταβολικής κρίσης», κατά την οποία τα προσβεβλημένα άτομα παρουσιάζουν μειωμένη όρεξη, έλλειψη ενεργητικότητας, ευερεθιστότητα, αδυναμία, ναυτία και/ή έμετο. Αν οι μεταβολικές κρίσεις δεν αντιμετωπισθούν, η διαταραχή μπορεί να οδηγήσει σε αναπτυξιακές υστερήσεις, εγκεφαλικούς σπασμούς, κώμα ή ακόμα και θάνατο.
Η ανεπάρκεια 3-MCC-2 προκαλείται από αλλαγές (μεταλλάξεις) στο γονίδιο MCCC2. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει διατροφή χαμηλή σε λευκίνη και κατάλληλα διατροφικά συμπληρώματα.
Γενικευμένη υποτονία, σμηγματορροϊκή δερματίτιδα, δυσκολίες σίτισης, πλημμελής ανάπτυξη, κώμα, υπεραντανακλαστικότητα, υπεργλυκινουρία, φαινοτυπική ποικιλότητα, νοητική υστέρηση, ετερογένεια, μεταβολική οξείδωση, οξεία υπεραμμωνιαιμία, αλωπεκία, οργανική οξυουρία, λήθαργος, έμετος, κετοξέωση, οπισθότονος, ατροφία σκελετικών μυών, ανεπάρκεια προπιονυλ-CoA καρβοξυλάσης, επιληπτικοί σπασμοί, καθολική αναπτυξιακή υστέρηση.
Υπο-β-λιποπρωτεϊναιμία (σύνδρομο Bassen-Kornzweig) Σοβαρός (μετρίως) Η υπο-β-λιποπρωτεϊναιμία είναι μία κατάσταση που χαρακτηρίζεται από την αδυναμία πλήρους απορρόφησης των λιπών, της χοληστερόλης και των λιποδιαλυτών βιταμινών των τροφίμων.
Τα συμπτώματά της εκδηλώνονται κατά τους πρώτους λίγους μήνες της ζωής και μπορεί να συμπεριλαμβάνουν πλημμελή ανάπτυξη, διάρροια, ακανθοκυττάρωση και ανωμαλίες των κοπράνων. Άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αναπτύσσονται αργότερα στην παιδική ηλικία και συχνά διαταράσσουν τη λειτουργία του νευρικού συστήματος, δυνητικά προκαλώντας βραδύτερη νοητική ανάπτυξη, φτωχό μυϊκό συντονισμό, προοδευτική αταξία και μία οφθαλμοπάθεια που λέγεται μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια.
Τα περισσότερα συμπτώματα οφείλονται σε ανεπάρκειες στην απορρόφηση και μεταφορά της βιταμίνης Ε.
Η υπο-β-λιποπρωτεϊναιμία προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο ΜΤΤΡ. Η έγκαιρη διάγνωση, η θεραπεία με υψηλές δόσεις βιταμίνης Ε και η λήψη συμπληρωμάτων λιπαρών οξέων μέσης αλύσου μπορεί να επιβραδύνουν την εξέλιξη των νευρολογικών προβλημάτων.
Η μακροχρόνια πρόγνωση είναι σχετικά καλή για τους περισσότερους πάσχοντες που διαγιγνώσκονται νωρίς. Χωρίς θεραπεία, όμως, η υπο-β-λιποπρωτεϊναιμία μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρο θάνατο.
Αμφιβληστροειδοπάθεια, απομυελίνωση στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ), αβηταλιποπρωτεϊναιμία, περιφερειακή απομυελίνωση, μελαγχρωστική αμφιβληστροειδική εκφύλιση, δυσαπορρόφηση των λιπιδίων, αταξία, ακανθοκυττάρωση.
Αρθρογρύπωση, επιληπτικοί σπασμοί, νοητική υστέρηση
(Arthrogryposis Mental Retardation Seizures)
Σοβαρός Το σύνδρομο διαταραχής φάσματος αυτισμού-επιληψίας-αρθρογρύπωσης είναι μία μορφή συγγενούς διαταραχής της Ν-συνδεδεμένης γλυκοζυλίωσης που χαρακτηρίζεται από περιφερειακή αρθρογρύπωση (ήπια δυσκαμψία κατά την κάμψη των δακτύλων, απόκλιση των τελικών φαλαγγών, παραμόρφωση του δακτύλου δίκην λαιμού κύκνου), ρετρο/μικρογναθία, γενικευμένη μυϊκή υποτρονία, όψιμη ψυχοκινητική ανάπτυξη, διαταραχή φάσματος αυτισμού (καθυστέρηση στην ομιλία, μη φυσιολογική χρήση λόγου, δυσκολίες στην έναρξη, κατανόηση και διατήρηση των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων, περιορισμένη μη-λεκτική επικοινωνία και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά), επιληπτικούς σπασμούς, μικροκεφαλία και ήπια έως μέτρια νοητική υστέρηση που γίνεται εμφανής με την ηλικία.
Το σύνδρομο προκαλείται από μεταλλάξεις του γονιδίου SLC35A3.
Ανωμαλία του σκελετικού συστήματος, πολλαπλή συγγενής αρθρογρύπωση, εξάρθρωση ισχίου, μικρο/ρετρογναθία, σφυροδακτυλία, εξάρθρωση γόνατος, καμπτοδακτυλία, σκολίωση, δυσπλασία ισχίου, μικροκεφαλία, ανωμαλία του νευρικού συστήματος, νοητική αναπηρία, επιληπτικοί σπασμοί, αυτιστική συμπεριφορά, καθολική αναπτυξιακή υστέρηση, ανωμαλία των άκρων, ανωμαλία του μυϊκού συστήματος, γενικευμένη υποτονία, ανωμαλία του συνδετικού ιστού, ανωμαλία κεφαλής ή αυχένα.
Αυτοσωμική υπολειπόμενη πολυκυστική νόσος των νεφρών (ARPKD) Σοβαρός Η αυτοσωμική υπολειπόμενη πολυκυστική νόσος των νεφρών (ARPKD) είναι μία κληρονομική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη κύστεων στους νεφρούς, οι οποίες οδηγούν στη νεφρική ανεπάρκεια, καθώς και από προβλήματα στο ήπαρ και σε άλλα όργανα, όπως τα αιμοφόρα αγγεία του εγκεφάλου και της καρδιάς.
Η σοβαρότητά της παρουσιάζει διακύμανση από άνθρωπο σε άνθρωπο. Οι ενδείξεις της ARPKD συχνά αρχίζουν πριν από τη γέννηση και γι’ αυτό αποκαλείται συχνά «νεογνική πολυκυστική νόσος των νεφρών». Μερικοί άνθρωποι, όμως, δεν αναπτύσσουν συμπτώματα παρά αργά στην παιδική ηλικία ή ακόμα και κατά την ενήλικη ζωή.
Τα παιδιά που γεννιούνται με ARPKD συχνά (αλλά όχι πάντοτε) αναπτύσσουν νεφρική ανεπάρκεια πριν ενηλικιωθούν. Τα βρέφη με την πιο σοβαρή νόσο χάνουν τη ζωή τους ώρες ή ημέρες έπειτα από τη γέννησή τους, λόγω αναπνευστικών δυσκολιών ή αναπνευστικής ανεπάρκειας. Σε όλους τους ασθενείς παρατηρείται δημιουργία ουλών στο ήπαρ.
Η ARPKD προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο PKHD1. Ορισμένα από τα συμπτώματά της μπορεί να ελεγχθούν με φάρμακα, αντιβιοτικά, υγιεινή διατροφή και αυξητικές ορμόνες.
Κιρσοί οισοφάγου, νεφρική ανεπάρκεια, πυλαία υπέρταση, νεφρικές κύστεις, περιπυλαία ίνωση, αφυδάτωση, ηπατικές κύστεις, παγκρεατικές κύστεις, προσωπείο Potter, διογκωμένος νεφρός, σπληνομεγαλία, νεογνικός θάνατος, ολιγάμνιο, πολυκυστική νεφρική δυσπλασία, διαμεσοσωληναριακή ίνωση, πνευμονική υποπλασία, απουσία νεφρικής κορτικομυελικής διαφοροποίησης, ηπατομεγαλία.
Σύνδρομο Bardet Biedl 12 (BBS12) Σοβαρός (τύφλωση) Το σύνδρομο Bardet-Biedl (BBS) είναι μία κληρονομική κατάσταση, που επηρεάζει πολλά τμήματα του σώματος.
Οι πάσχοντες έχουν προοδευτική οπτική διαταραχή λόγω δυστροφίας των κωνίων και των ραβδίων, υπεράριθμα δάκτυλα στα χέρια ή στα πόδια (πολυδακτυλία), παχυσαρκία του κορμού, μειωμένη λειτουργία των όρχεων (υπογοναδισμός), νεφρικές ανωμαλίες και μαθησιακές δυσκολίες.
Μεταλλάξεις σε τουλάχιστον 14 γονίδια είναι γνωστό ότι προκαλούν σύνδρομο Bardet-Biedl.
Το σύνδρομο Bardet Biedl 12 προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο BBS12. Η θεραπεία εξαρτάται από τα συμπτώματα που εκδηλώνει κάθε ασθενής.
Δυστροφία ραβδίων-κωνίων, νοητική διαταραχή, παχυσαρκία, ανωμαλία των νεφρών, υπογοναδισμός, πολυδακτυλία.
Βήτα θαλασσαιμία (β-μεσογειακή αναιμία) Πολύ σοβαρός Η βήτα-θαλασσαιμία είναι μία αιματολογική διαταραχή που μειώνει την παραγωγή αιμοσφαιρίνης στον οργανισμό. Τα χαμηλά επίπεδα αιμοσφαιρίνης οδηγούν σε έλλειψη ώριμων ερυθρών αιμοσφαιρίων και έλλειψη οξυγόνου στο σώμα.
Οι πάσχοντες έχουν αναιμία, που μπορεί να προκαλέσει ωχρότητα, αδυναμία, κόπωση και πιο σοβαρές επιπλοκές.
Η σοβαρή βήτα-θαλασσαιμία αποκαλείται μείζονα β-θαλασσαιμία ή αναιμία του Cooley. Λιγότερο σοβαρή μορφή είναι η ενδιάμεση β-θαλασσαιμία.
Η βήτα-θαλασσαιμία προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο ΗΒΒ. Οι άνθρωποι που φέρουν μόνο μία μετάλλαξη του γονιδίου ΗΒΒ μπορεί να μην έχουν συμπτώματα ή να αναπτύξουν ήπια συμπτώματα και θεωρείται ότι έχουν ελάσσονα θαλασσαιμία.
Η θεραπεία εξαρτάται από τη σοβαρότητα κάθε περιστατικού και μπορεί να συμπεριλαμβάνει μεταγγίσεις αίματος, συμπληρώματα φυλλικού οξέος, αποσιδήρωση και/ή μεταμόσχευση μυελού των οστών (η μοναδική οριστική θεραπεία).
Μειωμένος λόγος σύνθεσης βήτα/άλφα αλυσίδων σφαιρίνης, υπόχρωμη μικροκυτταρική αναιμία, μη φυσιολογική αιμοσφαιρίνη.
Ανεπάρκεια βουτυρυλοχολινεστεράσης (ή ψευδοχολινεστεράσης) Μέτριος (χρήση αναισθητικού) Η ανεπάρκεια ψευδοχολινεστεράσης είναι μία κατάσταση που προκαλεί αυξημένη ευαισθησία σε ορισμένα μυοχαλαρωτικά φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούνται κατά τη γενική αναισθησία (εστέρες χολίνης). Τα φάρμακα αυτά χαλαρώνουν τους μυς που χρησιμοποιούνται για την κίνηση, συμπεριλαμβανομένων αυτών για την αναπνοή.
Φυσιολογικά, οι μύες μπορούν να κινηθούν και πάλι λίγα λεπτά ύστερα από τη χορήγηση των φαρμάκων. Οι πάσχοντες από ανεπάρκεια ψευδοχολινεστεράσης, όμως, μπορεί να μην είναι σε θέση να κινηθούν ή να αναπνεύσουν μόνοι τους για λίγες ώρες έπειτα από τη χορήγηση των φαρμάκων αυτών. Επομένως μπορεί να χρειασθούν μηχανική υποστήριξη της αναπνοής έως ότου τα φάρμακα αποβληθούν από τον οργανισμό τους.
Οι πάσχοντες από αυτή τη διαταραχή μπορεί ακόμα να έχουν αυξημένη ευαισθησία σε άλλα είδη φαρμάκων, καθώς και σε ορισμένα παρασιτοκτόνα φυτοφάρμακα.
Η ανεπάρκεια ψευδοχολινεστεράσης μπορεί να είναι κληρονομούμενη (γενετική) ή επίκτητη. Όταν είναι κληρονομική, προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο BCHE.
Η επίκτητη ανεπάρκεια ψευδοχολινεστεράσης μπορεί να προκληθεί από διάφορες αιτίες, όπως χρόνιες λοιμώξεις, νεφρική ή ηπατική νόσο, υποσιτισμό, σοβαρά εγκαύματα, καρκίνο ή διάφορα φάρμακα.
Άπνοια, ανωμαλία του μεταβολισμού/ομοιόστασης
Νόσος Canavan Σοβαρός Η νόσος Canavan είναι μία κληρονομική διαταραχή που προκαλεί προοδευτική βλάβη στα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου. Η ασθένεια αυτή ανήκει στην ομάδα των γενετικών διαταραχών που είναι γνωστές ως λευκοδυστροφίες. Οι λευκοδυστροφίες διαταράσσουν την ανάπτυξη ή διατήρηση του περιβλήματος της μυελίνης – της λιπώδους ουσίας που περιβάλλει και μονώνει τις νευρικές ίνες.
Η νόσος Canavan προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο ASPA. Αν και εκδηλώνεται σε ανθρώπους όλων των εθνικοτήτων, είναι πιο συχνό σε όσους κατάγονται από Εβραίους Ασκενάζι (ανατολική και κεντρική Ευρώπη), καθώς και μεταξύ των Σαουδαράβων.
Απομυελίνωση του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ), ατροφία εγκεφάλου, τύφλωση, νυσταγμός, ατροφία οπτικού νεύρου, απλασία/υποπλασία που συμπεριλαμβάνει το ΚΝΣ, μακροκεφαλία, αναπτυξιακή υποστροφή (παλινδρόμηση), διαταραχή της ακοής, όψιμο κλείσιμο της πρόσθιας πηγής του κρανίου, οπισθότονος, μυϊκή υποτρονία, γενικευμένοι εγκεφαλικοί σπασμοί.
Χορειοακανθοκυττάρωση Μέτριος Η χορειοακανθοκυττάρωση ανήκει σε μία ομάδα διαταραχών που καλούνται νευροακανθοκυτταρώσεις και προκαλούν νευρολογικά προβλήματα και μη φυσιολογικά ερυθρά αιμοσφαίρια.
Η κατάσταση χαρακτηρίζεται από ακούσιες, σπασμωδικές κινήσεις (χορεία), ερυθρά αιμοσφαίρια με μη φυσιολογικό ακανθωτό σχήμα (ακανθοκυττάρωση) και ακούσια σύσπαση διαφόρων μυών (δυστονία), όπως αυτοί των άκρων, του προσώπου, του στόματος, της γλώσσας και του λαιμού.
Η χορειοακανθοκυττάρωση προκαλείται από μεταλλάξεις του γονιδίου VPS13A. Προς το παρόν δεν υπάρχουν θεραπείες για την πρόληψη ή την επιβράδυνση της εξέλιξής της. Η θεραπεία είναι συμπτωματική και υποστηρικτική.
Αδυναμία μυών άκρων, αυτοακρωτηριασμός της γλώσσας και των χειλέων λόγω ακούσιων κινήσεων, αγχώδης διαταραχή, ακανθοκυττάρωση, επιθετική συμπεριφορά, άνοια, σιελόρροια, τικ, αισθητήρια νευροπάθεια, δυστονία, αυξημένα επίπεδα κρεατινικής φωσφοκινάσης ορού (CPK), προοδευτικά εξελισσόμενη, αλλαγές ψυχικής διάθεσης, επιληπτικοί σπασμοί, κερκοφόρος ατροφία, δυσαρθρία, προοδευτική χορειοαθέτωση, ψύχωση, απώλεια αναστολών, κοιλοποδία, δυσφαγία, υπεραντανακλαστικότητα, αλλαγές προσωπικότητας, στοματοπροσωπική δυσκινησία, παρκινσονισμός, ατροφία σκελετικών μυών, απώλεια αντανακλαστικών.
Σύνδρομο Crigler Najjar τύπου 1 Το σύνδρομο Crigler Najjar τύπου 1 είναι μία κληρονομούμενη διαταραχή κατά την οποία η χολερυθρίνη, μία ουσία που παράγεται από το ήπαρ, δεν μπορεί να διασπαστεί από τον οργανισμό.
Η κατάσταση αυτή αναπτύσσεται όταν δεν λειτουργεί φυσιολογικά το ένζυμο που φυσιολογικά μετατρέπει τη χολερυθρίνη σε μία μορφή η οποία μπορεί εύκολα να αποβληθεί από το σώμα. Δίχως αυτό το ένζυμο, η χολερυθρίνη συσσωρεύεται στον οργανισμό και οδηγεί στον ίκτερο και σε βλάβες του εγκεφάλου, των μυών και των νεύρων.
Το σύνδρομο Crigler Najjar τύπου 1 προκαλείται από μεταλλάξεις του γονιδίου UGT1A1. Η θεραπεία βασίζεται σε τακτική φωτοθεραπεία, η οποία γίνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής. Χρησιμοποιούνται επίσης μεταγγίσεις αίματος και σκευάσματα ασβεστίου. Η μεταμόσχευση ήπατος μπορεί να ενδείκνυται για μερικούς ασθενείς.
Ίκτερος, πυρηνικός ίκτερος, μη συζευγμένη υπερχολερυθριναιμία, εγκεφαλοπάθεια.
Κυστική ίνωση Πολύ σοβαρός Η κυστική ίνωση είναι μία γενετική διαταραχή η οποία προκαλεί συσσώρευση βλέννας και απόφραξη σε ορισμένα όργανα του σώματος, ιδίως στους πνεύμονες και στο πάγκρεας.
Στα συμπτώματα μπορεί να συμπεριλαμβάνονται ιδιαίτερα αλμυρή γεύση στο δέρμα, επίμονος βήχας, συχνές πνευμονικές λοιμώξεις συμπεριλαμβανομένης της πνευμονίας και της βρογχίτιδας, συρίττουσα αναπνοή ή δύσπνοια, φτωχή ανάπτυξη, απώλεια βάρους, συχνά λιπαρά και ογκώδη κόπρανα ή δυσκολίες στην κένωση του εντέρου και, στους άνδρες, υπογονιμότητα.
Με το πέρασμα του χρόνου, η βλέννα συσσωρεύεται και οι λοιμώξεις μπορεί να οδηγήσουν σε μόνιμες βλάβες των πνευμόνων, συμπεριλαμβανομένου του σχηματισμού ουλώδους ιστού (ίνωση) και κύστεων στους πνεύμονες.
Η κυστική ίνωση προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο CFTR. Η θεραπεία εξαρτάται από τα συμπτώματα και συνήθως συμπεριλαμβάνει αναπνευστικές θεραπείες, εισπνεόμενα φάρμακα, συμπληρώματα παγκρεατικών ενζύμων, διατροφικά συμπληρώματα κ.α.
Νεότερα φάρμακα, όπως οι τροποποιητές του CFTR έχουν εγκριθεί για χρήση στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Οι έρευνες συνεχίζονται για να βρεθεί μία οριστική θεραπεία για τη νόσο.
Υπερασβεστιουρία, ανδρική υπογονιμότητα, αυξημένο χλώριο στον ιδρώτα, πλημμελής ανάπτυξη, πνευμονική καρδία, αφυδάτωση, εξωκρινική παγκρεατική ανεπάρκεια, χολική κίρρωση, χρόνια πνευμονοπάθεια, επαναλαμβανόμενες βρογχοπνευμονικές λοιμώξεις, ορθική πρόπτωση, ειλεός εκ μηκωνίου, άσθμα, βρογχεκτασία, επαναλαμβανόμενες πνευμονίες.
Θρομβοφιλία θετική στον παράγοντα V Leiden Μέτριος Η θετική στον παράγοντα V Leiden θρομβοφιλία είναι μία γενετική διαταραχή η οποία αυξάνει τις πιθανότητες θρόμβωσης στη διάρκεια της ζωής. Ωστόσο υπολογίζεται ότι το 95% των ανθρώπων με παράγοντα V Leiden δεν εκδηλώνουν ποτέ θρόμβωση.
Στις περιπτώσεις όπου αναπτύσσεται θρόμβωση, ο θρόμβος συνήθως σχηματίζεται στο πόδι (εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση ή DVT) ή τους πνεύμονες (πνευμονική εμβολή).
Παράγων V Leiden είναι η ονομασία μίας συγκεκριμένης γονιδιακής μετάλλαξης στο γονίδιο F5. Το γονίδιο αυτό παίζει ρόλο στην πήξη του αίματος έπειτα από έναν τραυματισμό. Ένας άνθρωπος μπορεί να κληρονομήσει μία ή δύο αντίγραφα της γονιδιακής μετάλλαξης του παράγοντα V Leiden.
Θρόμβοι αίματος (εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση ή DVT και πνευμονική εμβολή) που οδηγούν σε πόνο στο πόδι, ευαισθησία στην αφή, οίδημα, αυξημένη θερμότητα ή ερυθρότητα στο ένα πόδι, βήχα, πόνο στο στήθος, δύσπνοια ή ταχυκαρδία ή ταχύπνοια.
Ανεπάρκεια του παράγοντα XI Σοβαρός Η ανεπάρκεια του παράγοντα XI είναι μία αιμορραγική διαταραχή που επεμβαίνει στην διαδικασία πήξης του αίματος. Το επακόλουθο είναι να δυσχεραίνεται η διακοπή της αιμορραγίας έπειτα από εξαγωγή δοντιού, τραυματισμό ή εγχείρηση. Οι γυναίκες με ανεπάρκεια του παράγοντα ΧΙ μπορεί επίσης να έχουν βαριά εμμηνόρροια ή βαριά αιμορραγία μετά τον τοκετό.
Στους πάσχοντες και στις οικογένειές τους παρατηρείται μεγάλη ποικιλότητα όσον αφορά την αιμορραγία και ο κίνδυνος αιμορραγίας δεν μπορεί να προβλεφθεί από τα επίπεδα του παράγοντα ΧΙ (είναι παράγων πήξεως) στο αίμα.
Αν και η κατάσταση μπορεί να προσβάλλει κάθε άνθρωποι, είναι πιο συχνή σε όσους κατάγονται από τους Εβραίους Ασκενάζι.
Οι περισσότερες περιπτώσεις ανεπάρκειας του παράγοντα ΧΙ είναι κληρονομικές και προκαλούνται από αλλαγές (μεταλλάξεις) στο γονίδιο F11. Η θεραπεία συνιστάται συχνά μόνο κατά τις περιόδους υψηλού κινδύνου για αιμορραγία (π.χ. εγχείρηση) και μπορεί να συμπεριλαμβάνει μεταγγίσεις φρέσκου κατεψυγμένου πλάσματος και/ή αντιινωδολυτικά (φάρμακα που βελτιώνουν την πήξη του αίματος). Σε μερικές χώρες διατίθενται επίσης συμπυκνώματα του παράγοντα ΧΙ (θεραπεία υποκατάστασης).
Παρατεταμένος χρόνος μερικής θρομβοπλαστίνης, μειωμένη δραστηριότητα του παράγοντα ΧΙΙ, παρατεταμένος χρόνος πήξεως ολικού αίματος.
Οικογενής δυσαυτονομία Μέτριος Η οικογενής δυσαυτονομία, που αποκαλείται επίσης κληρονομική αισθητήρια και αυτόνομη νευροπάθεια τύπου ΙΙΙ, είναι μία γενετική διαταραχή η οποία επηρεάζει την ανάπτυξη και επιβίωση ορισμένων νευρικών κυττάρων.
Η πάθηση αυτή διαταράσσει τα κύτταρα του αυτόνομου νευρικού συστήματος, το οποίο ελέγχει τις ακούσιες λειτουργίες όπως η πέψη, η αναπνοή, η παραγωγή δακρύων και η ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και της εσωτερικής θερμοκρασίας.
Η ασθένεια επηρεάζει επίσης το αισθητήριο νευρικό σύστημα, το οποίο ελέγχει τις δραστηριότητες που σχετίζονται με τις αισθήσεις, όπως τη γεύση και την αντίληψη του πόνου, της ζέστης και του κρύου.
Η οικογενής δυσαυτονομία προκαλείται από μεταλλάξεις του γονιδίου IKBKAP.
Άσηπτη νέκρωση, νεφρική ανεπάρκεια, θολερότητα (αδιαφάνεια) του κερατοειδούς, υποϊδρωσία, υπέρταση, οπτική ατροφία, υπονατριαιμία, υποέκκριση δακρύων, μυωπία, επαναλμβανόμενες αναπνευστικές λοιμώξεις, ανωμαλίες του υπεζωκότα, ανωμαλίες στο ηλεκτρομυογράφημα (ΗΜΓ), αναπτυξιακή υστέρηση, ανωμαλία στο περιτόνεο, ορθοστατική υπόταση, κακοήθης υπερθερμία, αταξία, επιληπτικοί σπασμοί, γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, μυϊκή υποτονία, διαταραγμένη αίσθηση πόνου, διάβρωση κερατοειδούς, συμπεριφορικές ανωμαλίες, μη φυσιολογική μορφολογία της κόρης του ματιού, ταχυκαρδία, επαναλαμβανόμενα κατάγματα, υπεριδρωσία, διαταραχή του διασκελισμού, ετεροχρωμία της ίριδας των ματιών, μειωμένα αντανακλασικά, οστεόλυση, σπειραματοπάθεια, ακροκυάνωση, σκολίωση, δυσκολίες σίτισης κατά τη νεογνική ηλικία.
Οικογενής μεσογειακός πυρετός Μέτριος Ο οικογενής μεσογειακός πυρετός είναι μία κληρονομούμενη κατάσταση που χαρακτηρίζεται από επεισόδια επώδυνης φλεγμονής στο τοίχωμα της κοιλιάς (περιτονίτιδα), στον χιτώνα που περιβάλλει τους πνεύμονες (πλευρίτιδα) και στις αρθρώσεις (αρθραλγία και μερικές φορές αρθρίτιδα). Τα επεισόδια αυτά συχνά συνοδεύονται από πυρετό και, μερικές φορές, από ένα χαρακτηριστικό εξάνθημα στον αστράγαλο.
Το πρώτο επεισόδιο συνήθως εκδηλώνεται κατά την παιδική ηλικία ή την εφηβεία, αλλά μερικές φορές εκδηλώνεται και πολύ αργότερα στη ζωή. Μεταξύ των επεισοδίων, οι ασθενείς συχνά δεν έχουν κανένα σύμπτωμα.
Ο οικογενής μεσογειακός πυρετός προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο MEFV. Η θεραπεία έχει ως στόχο έλεγχο των συμπτωμάτων και συχνά εμπεριέχει τη χρήση ενός φαρμάκου που λέγεται κολχικίνη. Χωρίς θεραπεία, η νόσος μπορεί να οδηγήσει σε νεφρική ανεπάρκεια εξαιτίας της συσσώρευσης ορισμένων πρωτεϊνικών αποθέσεων (αμυλοείδωση).
Νεφρική ανεπάρκεια, νεφρική αμυλοείδωση, αρθραλγία, αρθρίτιδα, λευκοκυττάρωση, περικαρδίτιδα, επεισοδιακός πυρετός, σπληνομεγαλία, νεφρωσικό σύνδρομο, μηνιγγίτιδα, κοιλιακό άλγος, πλευρίτιδα, περιτονίτιδα, αυξημένη ταχύτητα καθίζησης ερυθροκυττάρων (ΤΚΕ), ηπατομεγαλία.
Αναιμία Fanconi (σχετιζομένη με το γονίδιο FANCG) Σοβαρός Η αναιμία Fanconi είναι μία κληρονομούμενη διαταραχή που προσβάλλει τον μυελό των οστών, οδηγώντας σε μειωμένη παραγωγή όλων των ειδών των αιμοσφαιρίων (πανκυτταροπενία). Οι πάσχοντες από αυτήν έχουν χαμηλότερα από τα φυσιολογικά επίπεδα λευκών αιμοσφαιρίων, ερυθρών αιμοσφαιρίων και αιμοπεταλίων (είναι τα κύτταρα που βοηθούν το αίμα να πήζει).
Η έλλειψη λευκών αιμοσφαιρίων μπορεί να οδηγήσει σε λοιμώξεις, η έλλειψη ερυθρών αιμοσφαιρίων μπορεί να οδηγήσει σε αναιμία και τα μειωμένα επίπεδα αιμοπεταλίων μπορεί να οδηγήσουν σε υπερβολική αιμορραγία.
Η αναιμία Fanconi της συμπληρωματικής ομάδας G μπορεί να προκληθεί από μεταλλάξεις του γονιδίου FANCG. Η μεταμόσχευση αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων (HSCT) είναι η μόνη θεραπεία για τα αιματολογικά προβλήματα που μπορεί να οδηγήσει στην ίαση.
Πολλαπλές κηλίδες μπεζ χρώματος, ανωμαλία στον αντίχειρα, αναιμία, ουδετεροπενία, μικροφθαλμία, λευχαιμία, μυελοδυσπλασία, αναπτυξιακή υστέρηση, θρομβοκυτταροπενία, μικροκεφαλία, ανωμαλία στην χρωμοσωμική σταθερότητα.
Εγκεφαλοπάθεια γλυκίνης (σχετιζομένη με τα γονίδια GLDC) Πολύ σοβαρός Η εγκεφαλοπάθεια γλυκίνης είναι μία κληρονομούμενη μεταβολική πάθηση που χαρακτηρίζεται από παθολογικά υψηλά επίπεδα του αμινοξέος γλυκίνη. Η γλυκίνη είναι ένας χημικός «αγγελιοφόρος» που μεταδίδει μηνύματα στον εγκέφαλο.
Αναλόγως με τα συμπτώματα της νόσου κατά την έναρξή της, η εγκεφαλοπάθεια γλυκίνης μπορεί να ταξινομηθεί ως εξής:
* Κλασική νεογνική μορφή (η πιο συχνή). Τα συμπτώματα αρχίζουν μέσα στις πρώτες ημέρες της ζωής και μπορεί να συμπεριλαμβάνουν φτωχή σίτιση, έλλειψη ενεργητικότητα (λήθαργος), αδύναμο μυϊκό τόνο (υποτονία), λόξυγγα, αναπνευστικά προβλήματα, επιληπτικούς σπασμούς και κώμα.
* Νεογνική μορφή. Τα συμπτώματα αρχίζουν μετά την ηλικία των 6 μηνών ως νοητική υστέρηση, μη φυσιολογικές κινήσεις και προβλήματα συμπεριφοράς.
* Όψιμης έναρξης. Στα συμπτώματα συμπεριλαμβάνεται αίσθημα σφιξίματος ή δυσκαμψία των ποδιών ή των χεριών (σπαστική διπληγία) και απώλεια όρασης λόγω βλάβης στο οπτικό νεύρο (οπτική ατροφία).
* Παροδική μορφή. Τα συμπτώματα είναι παρόμοια με εκείνα της κλασικής μορφής, αλλά τα επίπεδα της γλυκίνης ελαττώνονται και τα συμπτώματα μπορεί να βελτιωθούν με την πάροδο του χρόνου.
Η εγκεφαλοπάθεια γλυκίνης GLDC προκαλείται από αλλαγές (μεταλλάξεις) στα γονίδια GLDC, που έχουν ως συνέπεια την ανεπάρκεια του ενζύμου που διασπά την γλυκίνη. Η διάγνωση βασίζεται στα συμπτώματα, τα υψηλά επίπεδα γλυκίνης και την ανεπάρκεια του ενζύμου, καθώς και στον γενετικό έλεγχο.
Η θεραπεία μπορεί να συμπεριλαμβάνει βενζοϊκό νάτριο για τη μείωση των επιπέδων της γλυκίνης, ανταγωνιστές των υποδοχέων του Ν-μεθυλ-D-ασπαρτικού οξέος (NMDA), αντιεπιληπτικά φάρμακα και κετογονική διατροφή.
Περίπου τα μισά βρέφη με την κλασική μορφή χάνουν τη ζωή τους μέσα στις πρώτες εβδομάδες από τη γέννησή τους. Όσα επιβιώσουν μπορεί να παρουσιάζουν κινητική υστέρηση, πολύ μικρό κεφάλι, επιληπτικούς σπασμούς και δυσκαμψία. Στην παροδική μορφή τα συμπτώματα μπορεί να βελτιωθούν με την πάροδο του χρόνου.
Γενικευμένη υποτονία, επιθετική συμπεριφορά, ευερεθιστότητα, μυοκλονία, υπεραντανακλαστικότητα, υπεργλυκινουρία, υπερκινητικότητα, θάνατος κατά τη νεογνική ηλικία, ανησυχία, νοητική αναπηρία, λήθαργος, εγκεφαλοπάθεια, επαναλαμβανόμενος λόξυγγας, παρορμητικότητα, υπεργλυκιναιμία, επιληπτικές κρίσεις, αγενεσία του μεσολοβίου (λέγεται και τυλώδες σώμα).
Νόσος αποθήκευσης γλυκογόνου τύπου 3 (GSDIII) Σοβαρός Η νόσος αποθήκευσης γλυκογόνου τύπου 3 (GSDIII) είναι μία κληρονομούμενη διαταραχή που προκαλείται από τη συσσώρευση γλυκογόνου στα κύτταρα του σώματος. Η συσσώρευση αυτή διαταράσσει τη λειτουργία ορισμένων οργάνων και ιστών, ιδιαίτερα του ήπατος και των μυών.
Τα συμπτώματα τυπικά αρχίζουν στη νεογνική ηλικία και μπορεί να συμπεριλαμβάνουν υπογλυκαιμία, υπερλιπιδαιμία (περίσσεια λιπιδίων στο αίμα) και αυξημένα επίπεδα των ηπατικών ενζύμων στο αίμα. Αργότερα μπορεί να εμφανιστεί ηπατομεγαλία, χρόνια ηπατοπάθεια (κίρρωση) και ηπατική ανεπάρκεια. Μερικοί ασθενείς έχουν βραχυσωμία και μη-καρκινικούς (καλοήθεις) όγκους που λέγονται αδενώματα στο ήπαρ.
Η GSDIII προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο AGL. Η θεραπεία τυπικά συμπεριλαμβάνει διατροφή πλούσια σε πρωτεΐνες, με συμπληρώματα αμύλου αραβοσίτου για να διατηρούνται φυσιολογικά τα επίπεδα γλυκόζης (σακχάρου) στο αίμα.
Η GSDIII χωρίζεται στους τύπους IIIA, IIIB, IIIC και IIID. Οι τύποι IIIA και IIIC επηρεάζουν κυρίως το ήπαρ και τους μυς. Οι τύποι IIIB και IIID της GSD τυπικά προσβάλλουν μόνο το ήπαρ.
Μάτια βαθιά μέσα στις κόγχες, καθίζηση της ρινικής γέφυρας, οπισθοχώρηση μέσου προσώπου, κοιλιακή υπερτροφία, λεπτό άνω χείλος, καρδιομυοπάθεια, αυξημένες ηπατικές τρανσαμινάσες, ευρεία άκρη μύτης, μυϊκή αδυναμία, υπογλυκαιμία, αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση (CPK) ορού, υποανάπτυξη και επιπέδωση του πρόσθιου τμήματος των ζυγωματικών οστών (malar flattening), βραχυσωμία, ηπατομεγαλία, ηπατική ίνωση, υπερλιπιδαιμία, μυοπάθεια, περιφερική αμυοτροφία.
Νόσος αποθήκευσης γλυκογόνου τύπου 7 (GSD7) Σοβαρός Η νόσος αποθήκευσης γλυκογόνου τύπου 7 (GSD7) είναι μία κληρονομούμενη διαταραχή κατά την οποία ο οργανισμός αδυνατεί να διασπάσει το γλυκογόνο (ένας πολυσακχαρίτης) στα μυϊκά κύτταρα. Επειδή το γλυκογόνο είναι σημαντική πηγή ενέργειας, η δυσλειτουργία αυτή επηρεάζει τη φυσιολογική λειτουργία των μυϊκών κυττάρων.
Η σοβαρότητα της κατάστασης και τα σχετιζόμενα με αυτήν συμπτώματα ποικίλουν, αλλά μπορεί να συμπεριλαμβάνουν μυϊκή αδυναμία και δυσκαμψία, επώδυνες μυϊκές κράμπες, ναυτία και έμετο, και/ή μυοσφαιρινουρία (η παρουσία μυοσφαιρίνης στα ούρα) έπειτα από μέτρια έως έντονη άσκηση.
Τα συμπτώματα τυπικά υποχωρούν με την ανάπαυση. Η GSD7 διαγιγνώσκεται συνήθως στην παιδική ηλικία. Εντούτοις, σε σπάνιες περιπτώσεις τα συμπτώματα αναπτύσσονται κατά τη νεογνική ηλικία ή χρόνια μετά την ενηλικίωση.
Όσοι αναπτύσσουν την πάθηση κατά τη νεογνική ηλικία μπορεί να εκδηλώσουν πρόσθετα συμπτώματα, όπως υποτονία (φτωχός μυϊκός τόνο), καρδιομυοπάθεια και αναπνευστικές δυσκολίες που συχνά οδηγούν σε μειωμένο προσδόκιμο επιβίωσης (κάτω από 1 έτος).
Η GSD7 προκαλείται από αλλαγές (μεταλλάξεις) στο γονίδιο PFKM. Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία γι’ αυτήν. Ωστόσο στους ασθενείς γενικώς συνιστάται να αποφεύγουν την άσκηση και τα πλούσια σε υδατάνθρακες γεύματα.
Χολολιθίαση, μυοσφαιρινουρία που προκαλείται από την άσκηση, μειωμένη συγκέντρωση 2,3-διφωσφογλυκερικού οξέος στα ερυθροκύτταρα, δικτυοκυττάρωση, αιμολυτική αναιμία, μεταβλητή εκφραστικότητα, μυϊκή αδυναμία, δυσανεξία στην άσκηση, αυξημένη περιεκτικότητα σε μυϊκό γλυκογόνο, ίκτερος, ουρική αρθρίτιδα, μυϊκές κράμπες προκαλούμενες από την άσκηση, αυξημένη ολική χολερυθρίνη.
Σύνδρομο GRACILE Το σύνδρομο GRACILE είναι μία κληρονομούμενη μεταβολική νόσος. Τα αρχικά GRACILE αντιστοιχούν στους όρους καθυστερημένη ανάπτυξη (growth retardation), αμινοξυουρία (aminoaciduria), χολόσταση (cholestasis), υπερφόρτωση σιδήρου (iron overload), γαλακτοξέωση (lactacidosis) και πρόωρος θάνατος (early death).
Τα βρέφη είναι πολύ μικρόσωμα κατά τη γέννηση και σύντομα αναπτύσσουν απειλητικές για τη ζωή επιπλοκές. Κατά τις δύο πρώτες ημέρες της ζωής, θα βρέφη θα παρουσιάσουν συσσώρευση γαλακτικού οξέος στο αίμα τους (γαλακτοξέωση) και αμινοξέα στα ούρα (αμινοξυουρία). Θα έχουν επίσης προβλήματα με τη ροή χολής από το ήπαρ (χολόσταση) και πολύ σίδηρο στο αίμα τους.
Τα προσβεβλημένα βρέφη τυπικά δεν γεννιούνται με διακριτά χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Μολονότι εφαρμόζεται αλκαλική θεραπεία, τα περίπου μισά νήπια δεν επιζούν παρά λίγες μέρες. Όσα επιζήσουν, γενικώς δεν περνούν τους 4 μήνες ζωής, παρότι λαμβάνουν θεραπεία.
Το σύνδρομο GRACILE προκαλείται από μετάλλαξη του γονιδίου BCS1L. Το γονίδιο αυτό παρέχει τις οδηγίες που χρειάζονται τα μιτοχόνδρια στα κύτταρα για την παραγωγή ενέργειας.
Αυξημένα επίπεδα φερριτίνης ορού, νεογνική υποτονία, χρόνια γαλακτική οξέωση, καθυστερημένη ενδομήτρια ανάπτυξη, αμινοξυουρία, αυξημένο πυροσταφυλικό ορού, αυξημένος σίδηρος ορού, χολόσταση.
Μυοπάθεια εγκλείστων σωματίων τύπου 2 Μέτριος Η μυοπάθεια εγκλείστων σωματίων τύπου 2 είναι επίσης γνωστή ως κληρονομική μυοπάθεια εγκλείστων σωματίων (HIBM), μυοπάθεια σχετιζόμενη με το GNE, περιφερειακή μυοπάθεια με κενοτόπια με βασεόφιλη παρυφή (rimmed vacuoles) και μυοαπάθεια Nonaka. Πρόκειται για μία κληρονομούμενη κατάσταση που προσβάλλει πρωτίστως τους σκελετικούς μυς (είναι οι μύες που χρησιμοποιεί το σώμα για να κινείται).
Η διαταραχή αυτή χαρακτηρίζεται από μυϊκή αδυναμία που εκδηλώνεται αργά στην εφηβεία ή σύντομα μετά την ενηλικίωση και επιδεινώνεται με το πέρασμα του χρόνου. Τα πρώιμα συμπτώματα τυπικά αναπτύσσονται στις ηλικίες 20-39 ετών και μπορεί να συμπεριλαμβάνουν δυσκολίες στο τρέξιμο ή την βάδιση, παραπατήματα, αδυναμία στον δείκτη του χεριού και συχνή απώλεια ισορροπίας.
Η μυοπάθεια εγκλείστων σωματίων τύπου 2 προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο GNE. Η θεραπεία εστιάζεται στη διαχείριση των ατομικών συμπτωμάτων του ασθενούς.
Κενοτόπια με βασεόφιλη παρυφή, έναρξη κατά την ενήλικη ζωή, ηλεκτρομυογράφημα με μυοπαθητικές ανωμαλίες, εγγύς μυϊκή αδυναμία, διαταραχή του διασκελισμού, αυξημένα επίπεδα κρεατινικής φωσφοκινάσης (CPK) ορού, ζωνιαία μυϊκή ατροφία, ζωνιαία μυϊκή αδυναμία, αποθέσεις ανοσοαντιδραστικές στην βήτα-αμυλοειδή πρωτεΐνη, περιφερειακή αμυοτροφία.
Ισοβαλερική οξυαιμία (IVA) Σοβαρός Η ισοβαλερική οξυαιμία (IVA) είναι ένα είδος διαταραχής των οργανικών οξέων, κατά το οποίο ο οργανισμός των ασθενών δυσκολεύεται να διασπάσει το αμινοξύ λευκίνη, το οποίο προέρχεται από τα τρόφιμα που καταναλώνουν.
Τα συμπτώματα της νόσου μπορεί να κυμαίνονται από πολύ ήπια έως απειλητικά για τη ζωή. Στις σοβαρές περιπτώσεις τα συμπτώματα αρχίζουν μέσα σε λίγες ημέρες από τη γέννηση και συμπεριλαμβάνουν φτωχή σίτιση, έμετο, επιληπτικές κρίσεις και έλλειψη ενεργητικότητας (λήθαργο). Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να εξελιχθούν σε πιο σοβαρά ιατρικά προβλήματα, όπως σοβαρές επιληπτικές κρίσεις, κώμα ή ακόμα και θάνατο.
Σε άλλες περιπτώσεις τα συμπτώματα αρχίσουν κατά την παιδική ηλικία και μπορεί να παρουσιάζουν εξάρσεις και υφέσεις με το πέρασμα του χρόνου.
Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της IVA είναι η ιδιαίτερη μυρωδιά των ιδρωμένων ποδιών κατά την οξεία νόσο. Άλλα χαρακτηριστικά είναι η πλημμελής ανάπτυξη ή η καθυστερημένη ανάπτυξη.
Η IVA προκαλείται από μεταλλάξεις του γονιδίου IVD. Η θεραπεία περιλαμβάνει μέτριο περιορισμό των πρωτεϊνών στη διατροφή και χορήγηση από το στόμα γλυκίνης και L-καρνιτίνης, που βοηθούν τον οργανισμό να αποβάλλει το περιττό ισοβαλερικό οξύ.
Παρεγκεφαλιδική αιμορραγία, αφυδάτωση, κώμα, υπεργλυκινουρία, υποκυττάρωση μυελού των οστών, πανκυτταροπενία, μεταβολική οξέωση, λευκοπενία, λήθαργος, θρομβοπενία, έμετος, κετοξέωση, επιληπτικές κρίσεις, ολική αναπτυξιακή καθυστέρηση.
Σύνδρομο Joubert τύπου 2 Σοβαρός Το σύνδρομο Joubert είναι μία διαταραχή της ανάπτυξης του εγκεφάλου που μπορεί να προσβάλλει πολλά τμήματα του σώματος.
Χαρακτηρίζεται από απουσία ή πλημμελή ανάπτυξη του σκώληκα της παρεγκεφαλίδας (είναι ένα τμήμα του εγκεφάλου που ρυθμίζει την ισορροπία και τον συντονισμό των κινήσεων) και από παραμόρφωση του εγκεφαλικού στελέχους (συνδέει τον εγκέφαλο με το νωτιαίο μυελό). Τα δύο αυτά προβλήματα μαζί προκαλούν στην μαγνητική τομογραφία ένα χαρακτηριστικό σημάδι: μοιάζει σαν να υπάρχει ένας «τραπεζίτης» (δόντι) στον εγκέφαλο.
Τα συμπτώματα μπορεί να διαφέρουν από άτομο σε άτομο, αλλά συχνά συμπεριλαμβάνουν αδύναμο μυϊκό τόνο (υποτονία), μη-φυσιολογική αναπνοή, μη-φυσιολογικές κινήσεις των ματιών, αταξία, συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο και νοητική αναπηρία. Μπορεί να συνυπάρχουν πολλές άλλες ανωμαλίες.
Το σύνδρομο Joubert τύπου 2 προκαλείται από μεταλλάξεις του γονιδίου TMEM216. Η θεραπεία είναι υποστηρικτική και εξαρτάται από τα συμπτώματα του ασθενούς.
Ενδοκρανιακή κήλη (στον εγκέφαλο), γενικευμένη υποτονία, επιμήκυνση του άνω παρεγκεφαλιδικού σκέλους, νυσταγμός, πλημμελής ανάπτυξη, νεφρικές κύστεις, δυσπλασία του εγκεφαλικού στελέχους, οπτική διαταραχή, κολόβωμα οπτικού νεύρου, πάχυνση του άνω παρεγκεφαλιδικού σκέλους, φαινοτυπική ποικιλότητα, δολιχοκεφαλία, εσωτροπία (στραβισμός), μικροφθαλμία, χαμηλή πρόσφυση αυτιών, χοριοαμφιβληστροειδικό κολόβωμα, προβολή του μετώπου, υποπλασία του εγκεφαλικού στελέχους, διογκωμένα βοθρία ανάμεσα στα σκέλη της παρεγκεφαλίδας, αταξία, ανωμαλία του μεσολοβίου, διαταραγμένη ήπια παρακολούθηση (είναι λειτουργία των ματιών), δυσγενεσία του παρεγκεφαλιδικού σκώληκα, υποπλαστικά εξωτερικά ανδρικά γεννητικά όργανα, νεφρονόφθιση, καθίζηση ρινικής γέφυρας, μη-φυσιολογική νεφρική φυσιολογία, υψηλή υπερώα, σημάδι/απεικόνιση που μοιάζει με τραπεζίτη (δόντι) στην μαγνητική τομογραφία (MRI) εγκεφάλου, υπερτελορισμός, οφθαλμοκινητική απραξία, υδροκέφαλος, αμφιβληστροειδική δυστροφία, νοητική αναπηρία, ετερογένεια, επεισοδιακή ταχύπνοια, ανωμαλίες στα πόδια, αγενεσία του παρεγκεφαλιδικού σκώληκα, μακροκεφαλία, κεντρική άπνοια, μεταξονική πολυδακτυλία στα χέρια, νεογνική αναπνευστική απορρύθμιση, ανωμαλία των σακκαδικών κινήσεων των ματιών, ολική αναπτυξιακή υστέρηση.
Κομβική πομφολυγώδης επιδερμόλυση τύπου Herlitz Σοβαρός Η κομβική πομφολυγώδης επιδερμόλυση (JEB) είναι ένας τύπος πομφολυγώδους επιδερμόλυσης, μίας ομάδας γενετικών ασθενειών που καθιστούν το δέρμα εύθραυστο και επιρρεπές στην ανάπτυξη φλυκταινών με το παραμικρό άγγιγμα ή τριβή.
Η JEB ταξινομείται σε δύο κατηγορίες: τον τύπο Herlitz και τον τύπο μη- Herlitz. Ο τύπος Herlitz της JEB είναι πολύ σοβαρός και οι ασθενείς συχνά δεν επιβιώνουν κατά τη βρεφική ηλικία. Ο μη-Herlitz τύπος έχει διάφορους υποτύπους που προκαλούν μέτριο έως σοβαρό σχηματισμό φλυκταινών στο δέρμα κατά τη γέννηση ή σύντομα μετά από αυτήν.
Ο τύπος Herlitz της JEB προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο LAMC2. Δεν υπάρχει θεραπεία για τη νόσο. Η αγωγή που γίνεται εστιάζεται στον έλεγχο των φλυκταινών και την πρόληψη των επιμολύνσεων.
Υποπλασία της αδαμαντίνης των δοντιών, δυστροφία ονύχων, πλημμελής ανάπτυξη, θάνατος στη νεογνική ηλικία, έναρξη κατά τη γέννηση, κεγχρία, συγγενής εντοπισμένη απουσία του δέρματος, ατροφικές ουλές, τερηδόνα στα δόντια, πυλωρική στένωση, δυσπλασία ονύχων, κομβικός διαχωρισμός.
Συγγενής αμαύρωση Leber (σχετιζόμενη με το γονίδιο LCA5) Σοβαρός Η συγγενής αμαύρωση Leber (LCA) είναι μία διαταραχή των ματιών που προσβάλλει κυρίως τον αμφιβληστροειδή χιτώνα.
Οι πάσχοντες από αυτήν τυπικά έχουν σοβαρή διαταραχή της όρασης από τη βρεφική ηλικία. Άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα είναι η φωτοφοβία, οι ακούσιες κινήσεις των ματιών (νυσταγμός) και η ακραία υπερμετροπία. Επιπλέον, οι κόρες των ματιών δεν αντιδρούν φυσιολογικά στο φως, ενώ ο κερατοειδής μπορεί να έχει κωνοειδές σχήμα και να είναι αφύσικα λεπτός (κερατόκωνος).
Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της συγγενούς αμαύρωσης Leber είναι το λεγόμενο σημείο του Franceschetti. Πρόκειται για το σπρώξιμο, την πίεση και το τρίψιμο του ματιού με την άρθρωση του δακτύλου ή το δάκτυλο.
Έχουν περιγραφεί διάφοροι υπότυποι της νόσου και μπορεί να διαχωριστούν με βάση τα γονίδια στα οποία ανευρίσκονται μεταλλάξεις, καθώς και από το είδος της απώλειας της όρασης και των σχετιζομένων δυσμορφιών στα μάτια.
Η συγγενής αμαύρωση Leber τύπου 5 (LCA5) προκαλείται από μεταλλάξεις στο ομώνυμο γονίδιο. Η θεραπεία συμπεριλαμβάνει διόρθωση της υπερμετρωπίας και χρήση βοηθημάτων χαμηλής όρασης όπου είναι εφικτό.
Οπτική διαταραχή, υπερμετρωπία, μη ανιχνεύσιμη αντίδραση στο ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα (ΗΑΓ), νυσταγμός.
Υποπλασία των κυττάρων Leydig (αντοχή στην ωχρινοτρόπο ορμόνη, LH) Μέτριος Η υποπλασία των κυττάρων Leydig (LCH) είναι μία κατάσταση στα αγόρια που επηρεάζει την σεξουαλική ανάπτυξη.
Χαρακτηρίζεται από υποανάπτυξη των κυττάρων Leydig, τα οποία βρίσκονται στους όρχεις, εκκρίνουν τις ορμόνες του ανδρικού φύλου (ανδρογόνα) και είναι σημαντικά για την σεξουαλική ανάπτυξη του άνδρα.
Οι πάσχοντες από LCH έχουν τυπική χρωμοσωματική σύσταση άρρενος (καρυότυπος 46,ΧΥ), αλλά λόγω των χαμηλότερων επιπέδων των ανδρογόνων μπορεί να έχουν πλήθος διαφοροποιήσεων στα γεννητικά (αναπαραγωγικά) όργανα.
Μπορεί να έχουν μικρό πέος (μικροφαλλία), μπορεί το άνοιγμα της ουρήθρας να βρίσκεται στην κάτω πλευρά του πέους (υποσπαδίας) ή το όσχεο μπορεί να είναι χωρισμένο στα δύο (δισχιδές όσχεο). Δεδομένων των διαφοροποιήσεων αυτών στην ανάπτυξη, τα εξωτερικά γεννητικά όργανα μπορεί να μην μοιάζουν ξεκάθαρα ανδρικά ή γυναικεία (αμφίσημα/αμφίβολα εξωγεννητικά όργανα).
Μερικοί πάσχοντες από LCH μπορεί να έχουν γυναικεία εξωτερικά γεννητικά όργανα και μικρούς όρχεις οι οποίοι δεν έχουν ακολουθήσει τη φυσιολογική κάθοδο από την κοιλιά και βρίσκονται κλεισμένοι στην πύελο, την κοιλιά ή τη βουβωνική χώρα. Η κατάσταση αυτή αποκαλείται τύπου 1 LCH, ενώ οι λιγότερο σοβαρές περιπτώσεις είναι οι τύπου 2 .
Η LCH προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο LHCGR. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεραπεία ή τρόπος ίασης για τη νόσο, υπάρχουν τρόπο διαχείρισης των συμπτωμάτων της. Συχνά απαιτείται η συνεργασία ομάδας γιατρών και άλλων ειδικών για να καταρτίσουν ένα θεραπευτικό πλάνο κατά περίπτωση.
Υποπλασία των κυττάρων Leydig, μη φυσιολογική μορφολογία του σπερματικού πόρου, υπεργοναδοτροπικός υπογοναδισμός, αυξημένα επίπεδα κυκλοφορούσας γοναδοτροπίνης στο αίμα, δευτεροπαθής αμηνόρροια, πρωτοπαθής αμηνόρροια, ανδρικός υπογοναδισμός, ανδρικός ψευδοερμαφροδιτισμός, μειωμένα επίπεδα τεστοστερόνης ορού, κρυψορχία, πρωτοπαθής γοναδική ανεπάρκεια, απλασία μαστών, υποσπαδίας, καθυστερημένη σκελετική ωρίμανση, γυναικείος υπογοναδισμός, γοναδοβλάστωμα όρχεως, απλασία της μήτρας, απουσία δευτερευόντων χαρακτηριστικών του φύλου, αμφίσημα/αμφίβολα εξω-γεννητικά όργανα, μικροφαλλία.
Ζωνιαία μυϊκή δυστροφία τύπου 2Ε Σοβαρός Οι ζωνιαίες μυϊκές δυστροφίες είναι μία ομάδα διαταραχών που προσβάλλουν τους σκελετικούς μυς γύρω από τα ισχία και τους ώμους. Οι διαταραχές αυτές είναι προοδευτικώς εξελισσόμενες και οδηγούν στην απώλεια της μυϊκής δύναμης και του όγκου μέσα σε κάποια χρόνια.
Η έναρξή τους μπορεί να συμβεί στην παιδική ηλικία, την εφηβεία, τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης ή αργότερα στη ζωή. Τα δύο φύλα προσβάλλονται με την ίδια συχνότητα.
Η ζωνιαία μυϊκή δυστροφία τύπου 2E προκαλείται από μεταλλάξεις του γονιδίου SGCB. Αν και δεν υπάρχουν θεραπείες οι οποίες να αντιστρέφουν άμεσα την μυϊκή αδυναμία που σχετίζεται με αυτή την κατάσταση, οι υποστηρικτικές θεραπείες μπορεί να περιορίσουν τις επιπλοκές.
Πτερυγοειδής ωμοπλάτη, ψευδοϋπερτροφία των γαστροκνήμιων μυών, αμυοτροφία εγγύων μυών, διατατική μυοκαρδιοπάθεια, ωμική ζωνιαία μυϊκή ατροφία, πυελική ζωνιαία μυϊκή ατροφία, αυξημένη κρεατινική φωσφοκινάση (CPK) ορού, νεανική έναρξη, ζωνιαία μυϊκή αδυναμία, μυϊκή δυστροφία.
Ανεπάρκεια λιποπρωτεϊνικής λιπάσης Σοβαρός Η ανεπάρκεια λιποπρωτεϊνικής λιπάσης είναι μία σπάνια γενετική διαταραχή, κατά την οποία απουσιάζει το ένζυμο λιποπρωτεϊνική λιπάση, μία πρωτεΐνη απαραίτητη για τη διάσπαση των μορίων των λιπιδίων.
Η ανεπάρκεια αυτού του ενζύμου εμποδίζει την σωστή πέψη ορισμένων λιπών, με συνέπεια τη συσσώρευση σταγονιδίων λίπους που ονομάζονται χυλομικρά στο αίμα και αύξηση της συγκέντρωσης των τριγλυκεριδίων.
Τα συμπτώματα της νόσου συμπεριλαμβάνουν επεισόδια κοιλιακού πόνου, επαναλαμβανόμενη φλεγμονή στο πάγκρεας (παγκρεατίτιδα), παθολογική διόγκωση του ήπατος και/ή του σπλήνα (ηπατοσπληνομεγαλία) και ανάπτυξη δερματικών βλαβών που είναι γνωστές ως εξανθηματικά ξανθώματα.
Η οικογενής ανεπάρκεια της λιποπρωτεϊνικής λιπάσης προκαλείται από αλλαγές (μεταλλάξεις) στο γονίδιο LPL. Η θεραπεία έχει ως στόχο τον έλεγχο των συμπτωμάτων και των επιπέδων των τριγλυκεριδίων με μία διατροφή πολύ χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά. Η θεραπεία για τα μεμονωμένα συμπτώματα (π.χ. παγκρεατίτιδα) βασίζεται στις εκάστοτε ισχύουσες κατευθυντήριες οδηγίες.
Αυξημένα επίπεδα χυλομικρών, γαλακτωματώδης ορός, ίκτερος, παγκρεατίτιδα, σπληνομεγαλία, ναυτία, εξανθηματικά ξανθώματα, αμφιβληστροειδική λιπαιμία, ηπατοσπληνομεγαλία, έμετος, επεισοδιακός κοιλιακός πόνος, υπερχοληστερολαιμία.
Ανεπάρκεια λιποαμιδικής διυδρογενάσης (νόσος οσμής ούρων δίκην σιροπίου σφενδάμου τύπου 3) Σοβαρός Η ανεπάρκεια διυδρολιποαμιδικής διυδρογενάσης (DLD) είναι μία πολύ σπάνια κατάσταση που μπορεί να παρουσιάσει διαφοροποίηση ως προς την ηλικία έναρξης, τα συμπτώματα και τη σοβαρότητα. Η κατάσταση μπορεί να χαρακτηρίζεται από πρώιμης έναρξης γαλακτική οξέωση και καθυστερημένη ανάπτυξη (πιο συχνά), όψιμη νευρολογική δυσλειτουργία ή μεμονωμένη ηπατοπάθεια που αρχίζει στην ενήλικη ζωή.
Στα συμπτώματα μπορεί να συμπεριλαμβάνονται γαλακτική οξέωση σύντομα μετά τη γέννηση, υποτονία και λήθαργος στη νεογνική ηλικία, δυσκολίες σίτισης, επιληπτικές κρίσεις και πολλά άλλα προβλήματα υγείας. Τα ηπατικά προβλήματα κυμαίνονται από ηπατομεγαλία έως απειλητική για τη ζωή ηπατική ανεπάρκεια.
Τα συμπτώματα συχνά εκδηλώνονται με εξάρσεις, που μπορεί να προκληθούν από ασθένεια ή άλλα στρες στον οργανισμό.
Πολλά προσβεβλημένα νεογνά δεν επιβιώνουν πέραν των πρώτων ετών της ζωής. Όσα φθάσουν στην πρώιμη σχολική ηλικία συχνά έχουν αναπτυξιακές υστερήσεις και νοητικές αναπηρίες. Μερικοί ασθενείς με έναρξη της νόσου στην παιδική ηλικία μπορεί να έχουν νευρολογική δυσλειτουργία με φυσιολογική νοητική ανάπτυξη.
Η ανεπάρκεια DLD προκαλείται από μεταλλάξεις στο ομώνυμο γονίδιο.
Γενικευμένη υποτονία, δυσκολίες σίτισης, ποικίλη εκφραστικότητα, υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, αυξημένες ηπατικές τρανσαμινάσες, υπογλυκαιμία, γαλακτική οξέωση, μεταβολική οξέωση, δυστονία, λήθαργος, εγκεφαλοπάθεια, μειωμένη ηπατική λειτουργία, αταξία, επιληπτικές κρίσεις, μικροκεφαλία, ηπατομεγαλία, ολική αναπτυξιακή υστέρηση.
Ανεπάρκεια μακράς αλύσου 3-υδρόξυ ακυλο-CoA-διυδρογενάσης (ανεπάρκεια LCHAD) Μέτριος Η ανεπάρκεια LCHAD ή ανεπάρκεια μακράς αλύσου 3-υδρόξυ ακυλο-CoA-διυδρογενάσης είναι μία μιτοχονδριακή διαταραχή που εμποδίζει το σώμα να μετατρέψει ορισμένα λίπη σε ενέργεια, ιδίως σε περιόδους χωρίς τροφή (νηστεία).
Τα συμπτώματα τυπικά εκδηλώνονται κατά την βρεφική ηλικία ή τα πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας και μπορεί να συμπεριλαμβάνουν δυσκολίες σίτισης, έλλειψη ενεργητικότητας, χαμηλά επίπεδα σακχάρου (υπογλυκαιμία), αδύναμο μυϊκό τόνο (υποτονία), ηπατικά προβλήματα και ανωμαλίες του αμφιβληστροειδούς χιτώνα των ματιών.
Αργότερα στην παιδική ηλικία, οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν μυϊκούς πόνους, διάσπαση του μυϊκού ιστού και περιφερική νευροπάθεια. Οι ασθενείς διατρέχουν επίσης κίνδυνο εκδηλώσεως σοβαρών καρδιολογικών προβλημάτων, αναπνευστικής δυσχέρειας, κώματος και αιφνιδίου θανάτου.
Η ανεπάρκεια LCHAD προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο HADHA. Η θεραπεία συμπεριλαμβάνει ειδική διατροφή και χαμηλής δόσης συμπληρώματα καρνιτίνης, καθώς και αποφυγή της νηστείας.
Καρδιομυοπάθεια, αιφνίδιος θάνατος, μειωμένη ενεργότητα της 3-υδρόξυ ακυλο-CoA-διυδρογενάσης, υπογλυκαιμία, μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια, ηπατομεγαλία, μυϊκή υποτονία.
Νόσος οσμής ούρων δίκην σιροπίου σφενδάμου, τύπου 1Β (MSUD1B) Σοβαρός H νόσος οσμής ούρων δίκην σιροπίου σφενδάμου (MSUD) είναι μία κληρονομούμενη διαταραχή κατά την οποία το σώμα αδυνατεί να επεξεργαστεί σωστά ορισμένα αμινοξέα, τα οποία αποτελούν τους θεμέλιους λίθους των πρωτεϊνών.
Αρχίζοντας στη βρεφική ηλικία, η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται από ελλιπής σίτιση, έμετο, έλλειψη ενεργητικότητας (λήθαργος), επιληπτικές κρίσεις και αναπτυξιακές υστερήσεις. Τα ούρα των προσβεβλημένων βρεφών έχουν μία χαρακτηριστική γλυκιά μυρωδιά, σαν καμμένη καραμέλα, από την οποία λαμβάνει η πάθηση την ονομασία της.
H νόσος οσμής ούρων δίκην σιροπίου σφενδάμου μπορεί να απειλήσει τη ζωή, εάν αφεθεί χωρίς θεραπεία.
Η MSUD1B προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο BCKDHB.
Γενικευμένη υποτρονία, παρεγκεφαλιδικό οίδημα, παραισθήσεις, ανωμαλίες ανάπτυξης, κέτωση, κώμα, υπογλυκαιμία, γαλακτική οξέωση, νοητική αναπηρία, παγκρεατίτιδα, λήθαργος, υπερτονία, έμετος, αταξία, επιληπτικές κρίσεις, αυξημένα επίπεδα διακλαδισμένων αμινοξικών αλυσίδων στο πλάσμα, δυσκολίες σίτισης κατά τη βρεφική ηλικία.
Μεθυλμαλονική οξυαιμία (σχετιζομένη με το γονίδιο MMAA) Πολύ σοβαρός Η μεθυλμαλονική οξυαιμία είναι μία κληρονομούμενη ασθένεια, κατά την οποία ο οργανισμός αδυνατεί να επεξεργαστεί σωστά ορισμένες πρωτεΐνες και λίπη.
Τα συμπτώματα συνήθως εκδηλώνονται στην πρώιμη νεογνική ηλικία και κυμαίνονται από ήπια έως απειλητικά για τη ζωή. Τα προσβεβλημένα βρέφη μπορεί να παρουσιάζουν εμέτους, αφυδάτωση, αδύναμο μυϊκό τόνο (υποτονία), αναπτυξιακή υστέρηση, λήθαργο, ηπατομεγαλία και πλημμελή ανάπτυξη. Στις μακροχρόνιες επιπλοκές συμπεριλαμβάνονται προβλήματα σίτισης, νοητική υστέρηση, χρόνια νεφρική νόσος και παγκρεατίτιδα. Χωρίς θεραπεία η κατάσταση μπορεί να οδηγήσει στο κώμα και σε μερικές περιπτώσεις στον θάνατο.
Τη σχετιζόμενη με το γονίδιο ΜΜΑΑ μεθυλμαλονική οξυαιμία προκαλούν μεταλλάξεις σε αυτό το γονίδιο.
Η μεθυλμαλονική οξυαιμία αντιμετωπίζεται με διατροφή φτωχή σε πρωτεΐνες και πλούσια σε θερμίδες, με ορισμένα φάρμακα, με αντιβιοτικά και, σε μερικές περιπτώσεις, με μεταμόσχευση οργάνων.
Πολλαπλή ανεπάρκεια σουλφατάσης Πολύ σοβαρός Η πολλαπλή ανεπάρκεια σουλφατάσης είναι μία διαταραχή της λυσοσωμικής αποθήκευσης που επηρεάζει κυρίως τον εγκέφαλο, το δέρμα και τον σκελετό. Τα συμπτώματά της παρουσιάζουν μεγάλη διακύμανση, γεγονός που έχει οδηγήσει στην ταξινόμησή της σε τρεις κατηγορίες: νεογνική, πρώιμη παιδική και νεανική.
Ο νεογνικός τύπος είναι η πιο σοβαρή μορφή, με τα συμπτώματα να αναπτύσσονται σύντομα μετά τη γέννηση. Ο πρώιμος παιδικός τύπος είναι η πιο συχνή μορφή και συνήθως εκδηλώνεται ως προοδευτική απώλεια των νοητικών δεξιοτήτων και της κίνησης, έπειτα από μία περίοδο φυσιολογικής ανάπτυξης. Ο νεανικός τύπος είναι σπάνια μορφή, με αργή υποστροφή της ψυχοκινητικής ανάπτυξης στα μέσα προς τέλη της παιδικής ηλικίας.
Το προσδόκιμο επιβίωσης βραχύνεται σε όλους τους τύπους. Η πολλαπλή ανεπάρκεια σουλφατάσης προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο SUMF1. Είναι κληρονομούμενη νόσος, αυτοσωμικού υπολειπόμενου τύπου. Δεν υπάρχει θεραπεία γι’ αυτήν. Στην αγωγή που συνιστάται στους ασθενείς συμπεριλαμβάνονται φυσικοθεραπεία και υποστηρικτικές υπηρεσίες.
Νευροηπατοπάθεια Navajo (σχετιζόμενο με το γονίδιο MPV17 σύνδρομο εξάντλησης ηπατοεγκεφαλικού μιτοχονδριακού DNA) Σοβαρός Το σχετιζόμενο με το γονίδιο MPV17 σύνδρομο ελάττωσης του ηπατοεγκεφαλικού μιτοχονδριακού DNA είναι μία κληρονομούμενη διαταραχή που μπορεί να προκαλέσει ηπατική νόσο και νευρολογικά προβλήματα.
Τα συμπτώματά του αρχίζουν κατά τη βρεφική ηλικία. Πολλά βρέφη παρουσιάζουν συσσώρευση μιας χημικής ουσίας που λέγεται γαλακτικό οξύ στο σώμα (γαλακτική οξέωση) και χαμηλά επίπεδα σακχάρου (υπογλυκαιμία). Μέσα στις πρώτες εβδομάδες της ζωής, τα νήπια εκδηλώνουν ηπατική νόσο που γρήγορα εξελίσσεται σε ηπατική ανεπάρκεια. Το ήπαρ συχνά είναι διογκωμένο (ηπατομεγαλία) και τα ηπατικά κύτταρα συχνά έχουν μειωμένη ικανότητα εκκρίσεως του πεπτικού υγρού που είναι γνωστό ως χολή (χολόσταση). Σε σπάνιες περιπτώσεις, τα προσβεβλημένα παιδιά αναπτύσσουν καρκίνο του ήπατος.
Έπειτα από την έναρξη της ηπατικής νόσου, πολλά βρέφη αναπτύσσουν νευρολογικά προβλήματα, στα οποία συμπεριλαμβάνονται αναπτυξιακή υστέρηση, αδύναμος μυϊκός τόνος (υποτονία) και μειωμένη αίσθηση στα άκρα (περιφερειακή νευροπάθεια).
Τα βρέφη με σχετιζόμενο με το γονίδιο MPV17 σύνδρομο εξάντλησης ηπατοεγκεφαλικού μιτοχονδριακού DNA τυπικά ζουν μόνο έως τη νηπιακή ή πρώιμη παιδική ηλικία.
Το σχετιζόμενο με το γονίδιο MPV17 σύνδρομο ελάττωσης του ηπατοεγκεφαλικού μιτοχονδριακού DNA είναι πιο συχνό στον πληθυσμό των Ναβάχο στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ. Στον πληθυσμό αυτό η νόσος αποκαλείται και νευροηπατοπάθεια Ναβάχο. Τα άτομα που πάσχουν από αυτήν τείνουν να έχουν μεγαλύτερο προσδόκιμο επιβιώσεως απ’ ό,τι οι ασθενείς με σχετιζόμενο με το γονίδιο MPV17 σύνδρομο εξάντλησης ηπατοεγκεφαλικού μιτοχονδριακού DNA. Επιπλέον, εκτός από τα συμπτώματα που προαναφέρθηκαν, οι ασθενείς με νευροηπατοπάθεια Ναβάχο μπορεί να αντιμετωπίζουν προβλήματα με την αίσθηση του πόνου, τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε ανώδυνα κατάγματα οστών και αυτοακρωτηριασμό των δακτύλων στα χέρια ή στα πόδια. Οι ασθενείς με νευροηπατοπάθεια Ναβάχο μπορεί επίσης να μην έχουν αίσθηση στο διαυγές πρόσθιο τμήμα του ματιού (αναισθησία του κερατοειδούς), γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε ανοικτές πληγές (έλκη) και ουλές στον κερατοειδή, διαταράσσοντας την όραση. Η αιτία αυτών των πρόσθετων χαρακτηριστικών γνωρισμάτων παραμένει άγνωστη.
Νευρωνική κηροειδής λιποφουσκίνωση 7 (σχετιζόμενη με το γονίδιο MFSD8) Πολύ σοβαρός Η νευρωνική κηροειδής λιποφουσκίνωση 7 (CLN7-NCL) είναι μία σπάνια πάθηση που προσβάλλει το νευρικό σύστημα. Τα συμπτώματά της γενικώς αναπτύσσονται στην πρώιμη παιδική ηλικία (μέση ηλικία 5 έτη) και μπορεί να συμπεριλαμβάνουν απώλεια μυϊκού συντονισμού (αταξία), επιληπτικές κρίσεις που δεν ανταποκρίνονται στα φάρμακα, μυϊκούς σπασμούς (μυοκλονία), διαταραχές όρασης και αναπτυξιακή υποστροφή (απώλεια επίκτητων ικανοτήτων).
Η CLN7-NCL προκαλείται από αλλαγές (μεταλλάξεις) στο γονίδιο MFSD8. Οι θεραπευτικές επιλογές περιορίζονται σε μεθόδους που μπορεί να καταπραΰνουν κάποια από τα συμπτώματα.
Σύνδρομο ευθραυστότητας Nijmegen (NBS) Σοβαρός Το σύνδρομο ευθραυστότηας Nijmegen (NBS) είναι μία σπάνια γενετική νόσος που εκδηλώνεται κατά τη γέννηση με μικροκεφαλία και δύσμορφα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο, γίνεται πιο εμφανής με το πέρασμα του χρόνου, προκαλεί αναπτυξιακή υστέρηση και έχει όψιμης έναρξης επιπλοκές, όπως κακοήθεις νόσους και λοιμώξεις.
Οι κλινικές εκδηλώσεις του συνδρόμου δεν είναι παθογνωμονικές και μπορεί να έχουν ποικίλη σοβαρότητα. Έως την ηλικία των 20 ετών, περισσότερο από το 40% των ασθενών αναπτύσσουν μία κακοήθη νόσο.
Το NBS προκαλείται από μεταλλάξεις του γονιδίου ΝΒΝ (8q21-q24) που οδηγούν σε μερικώς λειτουργικά, περικεκομμένα θραύσματα νιμπρίνης (nibrin). Η νιμπρίνη είναι ένα γονιδιακό προϊόν που παίζει ρόλο στην επιδιόρθωση των θραύσεων της διπλής έλικας του DNA.
Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για το NBS. Λόγω της συγκεκριμένης βλάβης που ευθύνεται για την ανοσοποιητική ανεπάρκεια και την ευαισθησία στην υπέρυθρη (IR) ακτινοβολία, οι ασθενείς χρειάζονται διεπιστημονική διαχείριση και μακροχρόνια παρακολούθηση (κακοήθεια, ανοσοανεπάρκεια, ανάπτυξη, υπεργοναδοτροπικός υπογοναδισμός στα θήλεα).
Ανεπάρκεια της μεταθετάσης της ορνιθίνης (σύνδρομο υπερορνιθιναιμίας – υπεραμμωνιαιμίας – ομοκιτρουλινουρίας, ΗΗΗ) Σοβαρός To σύνδρομο υπερορνιθιναιμίας – υπεραμμωνιαιμίας – ομοκιτρουλινουρίας (HHH), που είναι επίσης γνωστό ως ανεπάρκεια της μεταθετάσης της ορνιθίνης, είναι μία διαταραχή του κύκλου μεταβολισμού της ουρίας.
Χαρακτηρίζεται είτε από νεογνική έναρξη με εκδηλώσεις λήθαργο, φτωχή σίτιση, έμετο και ταχύπνοια, είτε (πιο συχνά) από εκδηλώσεις στη νηπιακή ηλικία, την παιδική ηλικία ή την ενηλικίωση, με χρόνια νευρονοητικά ελλείμματα, οξεία εγκεφαλοπάθεια και/ή χρόνια ηπατική δυσλειτουργία.
Η ηλικία έναρξης μπορεί να κυμαίνεται από τη νεογνική περίοδο έως την ενήλικη ζωή, ενώ παρατηρείται ευρύ φαινοτυπικό φάσμα.
Η νεογνική εκδήλωση συνήθως αρχίζει λίγες ημέρες μετά τη γέννηση. Στην πλειονότητα των ασθενών η έναρξη των συμπτωμάτων (που κυμαίνονται από ήπια έως σοβαρά) εμφανίζεται στη βρεφική ηλικία, την παιδική ηλικία και την ενήλικη ζωή. Πριν από τη διάγνωση αναφέρεται συχνά αποστροφή για τα πλούσια σε πρωτεΐνες τρόφιμα.
Η ΗΗΗ προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο SLC25A15. Η θεραπεία συμπεριλαμβάνει την υιοθέτηση μιας διατροφής φτωχής σε πρωτεΐνες, σε συνδυασμό με συμπληρώματα κιτρουλίνης ή αργινίνης. Στις ανθεκτικές περιπτώσεις μπορεί να χρειασθούν βενζοϊκό νάτριο (sodium benzoate) και φαινυλοβουτυρικό άλας (phenylbutyrate) για έλεγχο των επιπέδων αμμωνίας στο πλάσμα. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται σε περιόδους στρες (π.χ. εγκυμοσύνη, εγχείρηση, συνοδές λοιμώξεις) και κατά τη λήψη ορισμένων φαρμάκων (π.χ. κορτικοστεροειδών) διότι μπορεί να πυροδοτήσουν ένα επεισόδιο υπεραμμωνιαιμίας.
Το υπεραμμωνιαιμικό κώμα αντιμετωπίζεται σε κέντρο τριτοβάθμιας φροντίδας της υγείας, όπου πρέπει να ελαττωθούν τα επίπεδα της αμμωνίας (με αιμοκάθαρση ή αιμοδιήθηση), να εφαρμοστεί θεραπεία κάθαρσης της αμμωνίας, να αντιστραφεί ο καταβολισμός (με εγχύσεις γλυκόζης και λιπιδίων) και να ληφθεί ειδική μέριμνα για να μειωθεί ο κίνδυνος νευρολογικής βλάβης.
Διαταραχές βιογένεσης υπεροξυσωμάτων, σύνδρομο φάσματος Zellweger (σχετιζόμενο με το γονίδιο PEX1, PEX-1 ZS) Σοβαρός Το σύνδρομο Zellweger (ZS) είναι η πιο σοβαρή παραλλαγή των διαταραχών βιογένεσης υπεροξυσωμάτων, στο φάσμα του συνδρόμου Zellweger (PBD-ZSS). Χαρακτηρίζεται από διαταραχές της μετανάστευσης των νευρώνων στον εγκέφαλο, δύσμορφα κρανιοπροσωπικά χαρακτηριστικά, βαριά υποτονία, νεογνικές επιληπτικές κρίσεις και ηπατική δυσλειτουργία.
Η έναρξη γίνεται κατά την νεογνική ηλικία, αντανακλώντας τόσο τις οργανικές δυσμορφίες που συνέβησαν κατά την ενδομήτριο ζωή, όσο και την προοδευτική νόσο που οφείλεται στη συνεχιζόμενη δυσλειτουργία των υπεροξυσωμάτων.
Οι ασθένειες του φάσματος του Zellweger προκαλούνται από μεταλλάξεις σε κάποιο από τουλάχιστον 12 γονίδια. Το σχετιζόμενο με το PEX-1 ZS προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο PEX1.
Δεν υπάρχει θεραπεία για το ZS. Χρησιμοποιούνται κλασικά αντιεπιληπτικά φάρμακα για τον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων. Οι διαταραχές αιμόστασης επί ηπατικής νόσου μπορεί να αντιμετωπιστούν με συμπληρώματα βιταμίνης Κ, ενώ η χολόσταση μπορεί να απαιτεί την χορήγηση όλων των λιποδιαλυτών βιταμινών. Μπορεί να χρειασθεί γαστροστομία για να εξασφαλιστεί επαρκής πρόσληψη θερμίδων. Τα πλούσια σε φυτανικά οξέα τρόφιμα (π.χ. γάλα αγελάδας) πρέπει να περιορίζονται. Η λήψη συμπληρωμάτων ώριμων χολικών οξέων και πρωτογενών χολικών οξέων (χολικό και χηνοδεοξυχολικό οξύ) μπορεί να βελτιώσει την ηπατική νόσο σε βρέφη με σοβαρή ηπατοπάθεια. Δεδομένου ότι οι ασθενείς με ZS δεν μπορούν να βιοσυνθέσουν την DHA, αυτή επίσης μπορεί να χορηγηθεί.
Γενικευμένη υποτονία, αδιαφάνεια του στρώματος του κερατοειδούς, καταρράκτης, νυσταγμός, υψηλή και στενή σκληρή υπερώα, νευροαισθητήρια διαταραχή της ακοής, υδρονέφρωση, επίκανθος, υποσπαδίας, αμινοξυουρία, βραχυ-/κωνοκεφαλία, επιληπτικές κρίσεις, στικτή επίφυση, ευρείες πηγές και ραφές κρανίου, λευκωματουρία, περίσσειο δέρμα στον αυχένα, ετερογένεια, ισχιακή προβολή, μικροκύστεις στον νεφρικό φλοιό, μειωμένα αντανακλαστικά, επίπεδο ινίο, μακροκεφαλία, επιβραδυμένη σκελετική ωρίμανση, προβάλλουσα γλώσσα, ετεροτοπία, σοβαρή νοητική υστέρηση, κλειτοριδική υπερτροφία, ανωμαλία της έλικας, επίπεδο πρόσωπο, πλημμελής ανάπτυξη, ελλείμματα μεσοκοιλιακού διαφράγματος, βλαισοί αγκώνες, ωχρότητα οπτικής θηλής, ψηλό μέτωπο, κρυψορχία, μικρογναθία, γλαύκωμα, πρόσθια κλίση των μυκτήρων (ρουθούνια), πολυμικρογυρία, απλασία/υποπλασία του μεσολοβίου, προοδευτική νοητική υστέρηση, αυξημένα λιπαρά οξέα μακράς αλύσου, μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια, κωδωνοειδής θώρακας, πνευμονική υποπλασία, λοξή βλεφαριδική σχισμή, ηπατομεγαλία, παραμόρφωση πέλματος (rocker bottom foot), υπερτελορισμός, μονήρης χειρομαντική γραμμή, υποπλασία των επινεφριδίων, μακρογλωσσία, ενδοηπατική χοληφόρος δυσγενεσία, ανοικτός αρτηριακός πόρος, υποεπενδυματικές κύστεις, οπίσθια ελίκωση των ώτων, μη φυσιολογικό ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα (ΗΑΓ), στρογγυλό πρόσωπο, μετατάρσια προσαγωγή, παρατεταμένος νεογνικός ίκτερος, ραιβοϊπποποδία, επιπέδωση του πρόσθιου τμήματος των ζυγωματικών οστών (malar flattening), απουσία αντανακλαστικών, κηλίδες (σημεία) Brushfield στην ίριδα, υποπλαστικοί οσφρητικοί λοβοί, απόκλιση της ωλένης του βραχίονα.
Διαταραχές βιογένεσης υπεροξυσωμάτων, σύνδρομο φάσματος Zellweger (σχετιζόμενο με το γονίδιο PEX2, PEX-2 ZS) Σοβαρός Το σύνδρομο Zellweger (ZS) είναι η πιο σοβαρή παραλλαγή των διαταραχών βιογένεσης υπεροξυσωμάτων, στο φάσμα του συνδρόμου Zellweger (PBD-ZSS). Χαρακτηρίζεται από διαταραχές της μετανάστευσης των νευρώνων στον εγκέφαλο, δύσμορφα κρανιοπροσωπικά χαρακτηριστικά, βαριά υποτονία, νεογνικές επιληπτικές κρίσεις και ηπατική δυσλειτουργία.
Η έναρξη γίνεται κατά την νεογνική ηλικία, αντανακλώντας τόσο τις οργανικές δυσμορφίες που συνέβησαν κατά την ενδομήτριο ζωή, όσο και την προοδευτική νόσο που οφείλεται στη συνεχιζόμενη δυσλειτουργία των υπεροξυσωμάτων.
Οι ασθένειες του φάσματος του Zellweger προκαλούνται από μεταλλάξεις σε κάποιο από τουλάχιστον 12 γονίδια. Το σχετιζόμενο με το PEX-2 ZS προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο PEX2.
Δεν υπάρχει θεραπεία για το ZS. Χρησιμοποιούνται κλασικά αντιεπιληπτικά φάρμακα για τον έλεγχο των επιληπτικών κρίσεων. Οι διαταραχές αιμόστασης επί ηπατικής νόσου μπορεί να αντιμετωπιστούν με συμπληρώματα βιταμίνης Κ, ενώ η χολόσταση μπορεί να απαιτεί την χορήγηση όλων των λιποδιαλυτών βιταμινών. Μπορεί να χρειασθεί γαστροστομία για να εξασφαλιστεί επαρκής πρόσληψη θερμίδων. Τα πλούσια σε φυτανικά οξέα τρόφιμα (π.χ. γάλα αγελάδας) πρέπει να περιορίζονται. Η λήψη συμπληρωμάτων ώριμων χολικών οξέων και πρωτογενών χολικών οξέων (χολικό και χηνοδεοξυχολικό οξύ) μπορεί να βελτιώσει την ηπατική νόσο σε βρέφη με σοβαρή ηπατοπάθεια. Δεδομένου ότι οι ασθενείς με ZS δεν μπορούν να βιοσυνθέσουν την DHA, αυτή επίσης μπορεί να χορηγηθεί.
Γενικευμένη υποτονία, αδιαφάνεια του στρώματος του κερατοειδούς, καταρράκτης, νυσταγμός, υψηλή και στενή σκληρή υπερώα, νευροαισθητήρια διαταραχή της ακοής, υδρονέφρωση, επίκανθος, υποσπαδίας, αμινοξυουρία, βραχυ-/κωνοκεφαλία, επιληπτικές κρίσεις, στικτή επίφυση, ευρείες πηγές και ραφές κρανίου, λευκωματουρία, περίσσειο δέρμα στον αυχένα, ετερογένεια, ισχιακή προβολή, μικροκύστεις στον νεφρικό φλοιό, μειωμένα αντανακλαστικά, επίπεδο ινίο, μακροκεφαλία, επιβραδυμένη σκελετική ωρίμανση, προβάλλουσα γλώσσα, ετεροτοπία, σοβαρή νοητική υστέρηση, κλειτοριδική υπερτροφία, ανωμαλία της έλικας, επίπεδο πρόσωπο, πλημμελής ανάπτυξη, ελλείμματα μεσοκοιλιακού διαφράγματος, βλαισοί αγκώνες, ωχρότητα οπτικής θηλής, ψηλό μέτωπο, κρυψορχία, μικρογναθία, γλαύκωμα, πρόσθια κλίση των μυκτήρων (ρουθούνια), πολυμικρογυρία, απλασία/υποπλασία του μεσολοβίου, προοδευτική νοητική υστέρηση, αυξημένα λιπαρά οξέα μακράς αλύσου, μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια, κωδωνοειδής θώρακας, πνευμονική υποπλασία, λοξή βλεφαριδική σχισμή, ηπατομεγαλία, παραμόρφωση πέλματος (rocker bottom foot), υπερτελορισμός, μονήρης χειρομαντική γραμμή, υποπλασία των επινεφριδίων, μακρογλωσσία, ενδοηπατική χοληφόρος δυσγενεσία, ανοικτός αρτηριακός πόρος, υποεπενδυματικές κύστεις, οπίσθια ελίκωση των ώτων, μη φυσιολογικό ηλεκτροαμφιβληστροειδογράφημα (ΗΑΓ), στρογγυλό πρόσωπο, μετατάρσια προσαγωγή, παρατεταμένος νεογνικός ίκτερος, ραιβοϊπποποδία, επιπέδωση του πρόσθιου τμήματος των ζυγωματικών οστών (malar flattening), απουσία αντανακλαστικών, κηλίδες (σημεία) Brushfield στην ίριδα, υποπλαστικοί οσφρητικοί λοβοί, απόκλιση της ωλένης του βραχίονα.
Φαινυλκετονουρία (PKU) Πολύ σοβαρός Η φαινυλκετονουρία (PKU) είναι μία κληρονομούμενη διαταραχή που αυξάνει τα επίπεδα της φαινυλαλανίνης στο αίμα. Η φαινυλαλανίνη είναι ένα αμινοξύ (θεμέλιος λίθος των πρωτεϊνών) και λαμβάνεται μέσω της διατροφής. Αν η PKU δεν αντιμετωπιστεί, η φαινυλαλανίνη μπορεί να συσσωρευθεί σε επιβλαβή επίπεδα στον οργανισμό.
Τα συμπτώματα της PKU κυμαίνονται από ήπια έως σοβαρά. Η πιο σοβαρή μορφή της διαταραχής είναι γνωστή ως κλασική PKU. Χωρίς θεραπεία, τα παιδιά αυτά αναπτύσσουν μόνιμη νοητική υστέρηση. Συχνά είναι επίσης το ανοικτόχρωμο δέρμα και μαλλιά, οι επιληπτικές κρίσεις, η καθυστερημένη ανάπτυξη, τα προβλήματα συμπεριφοράς και οι ψυχιατρικές διαταραχές.
Οι λιγότερο σοβαρές μορφές της ασθένειας, που μερικές φορές αποκαλούνται παραλλαγή νόσου PKU και μη-PKU υπερφαινυλαλανιναιμία, φέρουν μικρότερο κίνδυνο βλάβης στον εγκέφαλο.
Τα μωρά που γεννιούνται από μητέρες με PKU και γυναίκες οι οποίες δεν ακολουθούν πλέον διατροφή χαμηλή σε φαινυλαλανίνη διατρέχουν κίνδυνο νοητικής αναπηρίας επειδή έχουν εκτεθεί σε υψηλά επίπεδα φαινυλαλανίνης πριν από τη γέννησή τους.
Η PKU προκαλείται από αλλαγές (μεταλλάξεις) στο γονίδιο PAH. Η καλύτερη θεραπεία για την PKU είναι μία διατροφή με χαμηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες.
Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής-υπερκινητικότητας, γενικευμένη υπομελάγχρωση, αγχώδης διαταραχή, καταρράκτης, καταθλιπτική διάθεση, ξηροδερμία, επιθετική συμπεριφορά, αυτοακρωτηριασμός, υπερφαινυλαλανιναιμία, ιδεοψυχαναγκαστική συμπεριφορά, έκζεμα, φαινυλπυρουβική οξυαιμία, υπερφαινυλαλανιναιμία της μητέρας, ανοικτόχρωμα μαλλιά, επιληπτικές κρίσεις, ψύχωση, μπλε ίριδες, ευερεθιστότητα, υπεραντανακλαστικότητα, αποτιτανώσεις εγκεφάλου, νοητική υστέρηση, σκληρόδερμα, μειωμένη ενεργότητα της υδροξυλάσης της φαινυλαλανίνης, μικροκεφαλία.
Γεφυροπαρεγκεφαλιδική υποπλασία τύπου 2Ε (PCH2) Πολύ σοβαρός Η γεφυροπαρεγκεφαλιδική υποπλασία τύπου 2Ε (PCH2) είναι μία σπάνια κατάσταση που επηρεάζει την ανάπτυξη του εγκεφάλου.
Τα συμπτώματα ποικίλουν, αλλά μπορεί να συμπεριλαμβάνουν μικροκεφαλία, αναπτυξιακή υστέρηση με έλλειψη ανάπτυξης εκούσιας κινητικότητας, νοητική υστέρηση και κινητικές διαταραχές (π.χ. χορεία, δυστονία και σπαστικότητα). Οι ασθενείς μπορεί επίσης να παρουσιάζουν δυσφαγία (δυσκολίες στην κατάποση), διαταραγμένη όραση, επιληπτικές κρίσεις και αδυναμία επικοινωνίας.
Τα παιδιά που πάσχουν από τη νόσο συχνά χάνουν τη ζωή τους πριν την ηλικία των 10 ετών, αν και έχει αναφερθεί επιβίωση και μετά τα 20 έτη.
Η PCH2E προκαλείται από αλλαγές (μεταλλάξεις) στο γονίδιο VPS53 και κληρονομείται με αυτοσωμικό υπολειπόμενο τρόπο. Η θεραπεία είναι υποστηρικτική και βασίζεται στα συμπτώματα που υπάρχουν σε κάθε ασθενή.
Οστεοπόρωση, ευερεθιστότητα, νεογνική υποτονία, νοητική υστέρηση, ατροφία εγκεφάλου, προοδευτική σπαστική τετραπληγία, προοδευτική μικροκεφαλία, υποπλασία του μεσολοβίου, οπισθότονος, βαριά νοητική αναπηρία, κοντό ανάστημα, επιληπτικές κρίσεις, ατροφία της παρεγκεφαλίδας, σπασμοί κατά την κάμψη (Flexion contracture), σκολίωση, μικροκεφαλία, νεογνική έναρξη, γενικευμένη αναπτυξιακή υστέρηση.
Πυκνοδυσόστωση Σοβαρός Η πυκνοδυσόστωση είναι μία γενετική λυσοσωμική νόσος που χαρακτηρίζεται από χαμηλό ανάστημα, αυξημένη οστική πυκνότητα (οστεοσκλήρωση ή οστεοσκλήρυνση/οστεοπέτρωση) και εύθραυστα οστά. Άλλα χαρακτηριστικά μπορεί να είναι υποανάπτυξη των άκρων των δακτύλων με απόντα ή μικρά νύχια, μη φυσιολογικές κλείδες, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στο πρόσωπο (όπως μεγάλο κεφάλι με μικρό πρόσωπο και πιγούνι, υποανεπτυγμένα οστά στο πρόσωπο, ψηλό μέτωπο) και οδοντικές ανωμαλίες.
Η πυκνοδυσόστωση προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο που κωδικοποιεί το ένζυμο καθεψίνη Κ (CTSK) στο χρωμόσωμα 1q21.
Η διάγνωση της πυκνοδυσόστωσης βασίζεται στα μορφολογικά χαρακτηριστικά και στα ευρήματα των ακτινογραφιών. Διατίθεται επίσης μοριακός γενετικός έλεγχος.
Η θεραπεία συνίσταται στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων που εκδηλώνει κάθε ασθενής ξεχωριστά και μπορεί να συμπεριλαμβάνει ορθοπεδική παρακολούθηση, θεραπεία καταγμάτων, κατάλληλη οδοντιατρική φροντίδα και κρανιοπροσωπική χειρουργική.
Οστεολυτικά ελλείμματα των ονυχοφόρων φαλαγγών των χεριών, αυξημένη οστική πυκνότητα, γραμμώσεις στα νύχια, προεξέχουσα μύτη, υποδοντία, προεξέχον ινίο, ανωμαλία της μορφολογίας των οστών της πυελικής ζώνης, απουσία μετωπιαίων ιγμορείων, σπονδυλόλυση, μικρογναθία, ανωμαλία στο θώρακα, ανάγλυφο μέτωπο, έκτοπα οστά, βραχυδακτυλία, σπονδυλολίσθηση, καθυστερημένη ανατολή των μόνιμων δοντιών, στενή σκληρή υπερώα, κοντό ανάστημα, επιμονή των νεογιλών δοντιών, σκολίωση, δόντια με τερηδόνα, επίμονα ανοικτή πρόσθια πηγή στο κρανίο, καθυστερημένη ανατολή νεογιλών δοντιών.
Ανεπάρκεια της πυροσταφυλικής αφυδρογονάσης (σχετιζόμενη με το γονίδιο PDHB) Σοβαρός Η ανεπάρκεια της πυροσταφυλικής αφυδρογονάσης είναι μία μεταβολική ασθένεια που σχετίζεται με μη φυσιολογική λειτουργία των μιτοχονδρίων στα κύτταρα, με συνέπεια να στερείται ο οργανισμός ενέργεια.
Τα προοδευτικώς εξελισσόμενα νευρολογικά συμπτώματά της συνήθως αρχίζουν κατά τη νηπιακή ηλικία, αλλά μπορεί να είναι εμφανή και από τη γέννηση ή να γίνουν εμφανή αργότερα, στην παιδική ηλικία. Στα συμπτώματα αυτά μπορεί να συμπεριλαμβάνεται αναπτυξιακή υστέρηση, διακοπτόμενη αταξία, μειωμένος μυϊκός τόνος (υποτονία), μη φυσιολογικές κινήσεις των ματιών ή επιληπτικές κρίσεις. Σοβαρός λήθαργος, ελλιπής σίτιση και ταχύπνοια (γρήγορη αναπνοή) επίσης εκδηλώνονται συχνά, ιδίως σε περιόδους ασθενείας, στρες ή αυξημένης πρόσληψης υδατανθράκων.
Οι μορφές της νόσου με έναρξη στην παιδική ηλικία συχνά σχετίζονται με διακοπτόμενες περιόδους ασθενείας, αλλά φυσιολογική νευρολογική ανάπτυξη.
Η πρόγνωση είναι δύσκολη εξαιτίας των πολλών αιτιών της πάθησης, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις νεογνικής και βρεφικής έναρξης η πρόγνωση περιγράφεται ως φτωχή.
Οι μεταλλάξεις στο γονίδιο PDHB αποτελούν μία πολύ σπάνια αιτία της ανεπάρκειας της πυροσταφυλικής αφυδρογονάσης.
Εκτός από την άμεση αντιμετώπιση της οξέωσης και την παροχή εναλλακτικής ενέργειας στο σώμα, η θεραπεία τυπικά συμπεριλαμβάνει διατροφικά συμπληρώματα με θειαμίνη, καρνιτίνη και λιποϊκά οξέα, αν και δεν ανταποκρίνονται όλοι οι ασθενείς στην αγωγή αυτή.
Γενικευμένη υποτονία, γαλακτική οξέωση.
Δυστροφία του αμφιβληστροειδούς σχετιζόμενη με το γονίδιο RLBP1 (Δυστροφία του αμφιβληστροειδούς Bothnia) Σοβαρός (τύφλωση) H δυστροφία του αμφιβληστροειδούς Bothnia είναι μία σπάνια μορφή δυστροφίας του αμφιβληστροειδούς, που απαντάται κυρίως στη Βόρεια Σουηδία.
Εκδηλώνεται κατά την πρώιμη παιδική ηλικία με νυκταλωπία και προοδευτική ωχροπάθεια με μείωση της οπτικής οξύτητας, οδηγώντας τελικά στην τύφλωση έως την ενηλικίωση. Έχει επίσης παρατηρηθεί εκφύλιση του αμφιβληστροειδούς [χωρίς εμφανή εναπόθεση ενδοαμφιβληστροειδικής χρωστικής δίκην οστεοβλαστών (bone spicule)], που συνοδεύεται από προσβολή των οπτικών πεδίων και την τυπική παρουσία της στικτής λευκάζουσας αμφιβληστροειδοπάθειας στον οπίσθιο πόλο.
Η κατάσταση προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο RLBP1. Δεν υπάρχουν διαθέσιμες θεραπείες γι’ αυτή τη νόσο.
Μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια (σχετιζόμενη με το γονίδιο DHDDS) Σοβαρός (τύφλωση) Η μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια (RP) είναι μία ομάδα κληρονομούμενων οφθαλμοπαθειών, που προσβάλλουν το φωτοευαίσθητο τμήμα του ματιού (τον αμφιβληστροειδή χιτώνα). Η RP οδηγεί στον θάνατο τα κύτταρα του αμφιβληστροειδούς, προκαλώντας προοδευτική απώλεια της οράσεως.
Η πρώτη ένδειξη της RP συνήθως είναι η νυκταλωπία. Καθώς η ασθένεια εξελίσσεται, οι ασθενείς χάνουν την περιφερειακή τους όραση (βλέπουν σαν μέσα από τούνελ) και τελικά χάνουν και την κεντρική όραση.
Η RP μπορεί να προκληθεί από μεταλλάξεις σε οποιοδήποτε από τουλάχιστον 50 γονίδια. Η κληρονομικότητα μπορεί να είναι αυτοσωμική επικρατής, αυτοσωμική υπολειπόμενη ή σχετιζόμενη με το χρωμόσωμα Χ (φυλοσύνδετη).
Η σχετιζόμενη με το γονίδιο DHDDS μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια προκαλείται από μεταλλάξεις στο ομώνυμο γονίδιο. Οι θεραπευτικές επιλογές για την επιβράδυνση της εξέλιξης της απώλειας της όρασης συνήθως συμπεριλαμβάνουν αποφυγή του φωτός, χρήση βοηθημάτων χαμηλής όρασης και συμπληρώματα βιταμίνης Α. Οι ερευνητές εργάζονται για να αναπτύξουν στο μέλλον νέες θεραπευτικές επιλογές, όπως η γονιδιακή θεραπεία, η μεταμόσχευση βλαστικών κυττάρων και τα εμφυτεύματα ματιών.
Σύνδρομο Sanfilippo τύπου D (Βλεννοπολυσακχαρίδωση τύπου IIID, MPS IIID) Σοβαρός Η βλεννοπολυσακχαρίδωση τύπου IIID (MPS IIID) είναι μία γενετική διαταραχή που εμποδίζει τον οργανισμό να διασπάσει τα μεγάλα μόρια σακχάρων που είναι γνωστά ως γλυκοζαμινογλυκάνες (GAGs, παλαιότερα λέγονταν βλεννοπολυσακχαρίτες). Ειδικότερα, οι πάσχοντες από αυτή την κατάσταση δεν μπορούν να διασπάσουν μία γλυκοζαμινογλυκάνη που λέγεται θειϊκή ηπαράνη (HS).
Οι ασθενείς μπορεί να έχουν σοβαρά νευρολογικά συμπτώματα, όπως προοδευτική άνοια, επιθετική συμπεριφορά, υπερκινητικότητα, επιληπτικές κρίσεις, κώφωση, απώλεια όρασης και αδυναμία ύπνου επί περισσότερες από λίγες ώρες κάθε φορά.
Η MPS IIID προκαλείται από την έλλειψη ή την ανεπάρκεια του ενζύμου σουλφατάση της 6-θειϊκής-N-ακετυλογλυκοζαμίνης, εξαιτίας μεταλλάξεων στο γονίδιο GNS.
Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για την πάθηση αυτή. Οι περισσότεροι ασθενείς με MPS IIID επιζούν έως την εφηβεία και μερικοί περισσότερο.
Μικρο-Δρεπανοκυτταρική νόσος Πολύ σοβαρός Η δρεπανοκυτταρική νόσος (SCD) είναι μία κληρονομική κατάσταση που επηρεάζει την αιμοσφαιρίνη, την πρωτεΐνη των ερυθρών αιμοσφαιρίων που μεταφέρει οξυγόνο στα διάφορα τμήματα του σώματος.
Οι πάσχοντες από αυτήν έχουν μία διαφορετική αλλαγή (μετάλλαξη) σε κάθε αντίγραφο του γονιδίου HBB: μία που κάνει τα ερυθρά αιμοσφαίρια να λαμβάνουν σχήμα δρεπάνου και μία άλλη που σχετίζεται με τη βήτα-θαλασσαιμία, μία αιματολογική διαταραχή που μειώνει την παραγωγή αιμοσφαιρίνης.
Αναλόγως με τη μετάλλαξη της βήτα-θαλασσαιμίας, οι ασθενείς μπορεί να μην έχουν καθόλου φυσιολογική αιμοσφαιρίνη [η πάθηση αποκαλείται βήτα-μηδέν (β0) θαλασσαιμία] ή να έχουν μειωμένο ποσοστό φυσιολογικής αιμοσφαιρίνης [η πάθηση αποκαλείται βήτα-συν (β+) θαλασσαιμία].
Η παρουσία των ερυθρών αιμοσφαιρίων με σχήμα δρεπάνων, τα οποία συχνά διασπώνται πρόωρα και μπορεί να αποφράξουν τα μικρά αιμοφόρα αγγεία, σε συνδυασμό με τη μείωση ή την απουσία ώριμων ερυθρών αιμοσφαιρίων, οδηγεί στα πολλαπλά συμπτώματα της SCD.
Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά της, όπως η αναιμία (χαμηλά επίπεδα ερυθρών αιμοσφαιρίων), οι επαναλαμβανόμενες λοιμώξεις και τα συχνά επεισόδια πόνου, συνήθως αναπτύσσονται στην πρώιμη παιδική ηλικία και παρουσιάζουν διακύμανση στη σοβαρότητά τους, αναλόγως με την ποσότητα της φυσιολογικής αιμοσφαιρίνης που παράγει ο οργανισμός. Η θεραπεία είναι υποστηρικτική και εξαρτάται από τα συμπτώματα κάθε ασθενούς.
Σύνδρομο Sjögren-Larsson Σοβαρός Το σύνδρομο Sjögren-Larsson (SLS) είναι ένα εγγενές σφάλμα του μεταβολισμού των λιπιδίων, που χαρακτηρίζεται από συγγενή ιχθύαση (ξηρό, λεπιδώδες δέρμα), νοητική υστέρηση και σπαστικότητα (δυσκαμψία και ακούσιοι μυϊκοί σπασμοί).
Το σύνδρομο προκαλείται από μεταλλάξεις σε ένα γονίδιο που λέγεται FADH και κωδικοποιεί το ένζυμο λιπώδης αλδεϋδική αφυδρογονάση. Η θεραπεία είναι συμπτωματική.
Νόσος Tay-Sachs Πολύ σοβαρός Η νόσος Tay-Sachs είναι μία σπάνια κληρονομούμενη διαταραχή που προκαλεί προοδευτική καταστροφή των νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό.
Η νόσος προκαλείται από την απουσία ενός βασικού ενζύμου που λέγεται εξοζαμινιδάση Α (HexA). Χωρίς αυτό το ένζυμο, μία λιπώδης ουσία ή λιπίδιο, η γαγγλιοσίδη GM2, συσσωρεύεται παθολογικά στα κύτταρα, ιδίως στα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου. Η συνεχής συσσώρευση προκαλεί προοδευτικές βλάβες στα κύτταρα.
Σύνδρομο Usher τύπου 1F Μέτριος (απώλεια της ακοής) Το σύνδρομο Usher χαρακτηρίζεται από νευροαισθητήρια απώλεια της ακοής ή κώφωση και προοδευτικά εξελισσόμενη απώλεια της όρασης λόγω μελαγχρωστικής αμφιβληστροειδοπάθειας.
Νευροαισθητήρια κώφωση σημαίνει ότι προκαλείται από ιστικές βλάβες του έσω ωτός. Η μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια είναι μία ασθένεια που προσβάλλει την στοιβάδα του φωτοευαίσθητου ιστού στο πίσω μέρος των ματιών (τον αμφιβληστροειδή χιτώνα). Η απώλεια της όρασης εκδηλώνεται καθώς τα φωτοευαίσθητα κύτταρα του αμφιβληστροειδούς εκφυλίζονται σταδιακά. Πρώτα εκδηλώνεται απώλεια της νυκτερινής όρασης, έπειτα τυφλά σημεία στην περιφερειακή όραση που μπορεί να μεγεθυνθούν και να ενωθούν, οδηγώντας σε όραση σαν μέσα από τούνελ (πλήρης απώλεια της περιφερειακής όρασης).
Σε μερικές περιπτώσεις, η όραση διαταράσσεται περαιτέρω από θόλωμα του οφθαλμικού φακού (καταρράκτης).
Έχουν περιγραφεί τρεις κύριοι τύποι του συνδρόμου Usher: οι τύποι Ι, ΙΙ και ΙΙΙ. Οι διάφοροι τύποι διαχωρίζονται ανάλογα με τη σοβαρότητά τους και την ηλικία έναρξης των συμπτωμάτων.
Το σύνδρομο Usher τύπου 1F προκαλείται από μεταλλάξεις στο γονίδιο PCDH15. Η θεραπεία για την απώλεια της ακοής μπορεί να συμπεριλαμβάνει βοηθήματα ακοής ή χειρουργική τοποθέτηση κοχλιακού εμφυτεύματος.

 


 
Βιβλιογραφικές παραπομπές

  1. National Center for Advancing Translational Sciences (US). The Genetic and Rare Diseases Information Center (GARD) Available at https://rarediseases.info.nih.gov Accessed (March 20, 2018).
  2. Orphanet: an online database of rare diseases and orphan drugs. Copyright, INSERM 1997. Available at http://www.orpha.net Accessed (March 20, 2018).
. .