Νέα

Η συμβολή του εντατικού εμβολιασμού για τον HPV στο σύστημα υγείας της Σκωτίας

HPV εμβολιασμός

Νέα έρευνα δείχνει ότι, στην Σκωτία, ο συστηματικός εμβολιασμός κατά του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων έχει οδηγήσει σε ‘δραματική’ μείωση των περιστατικών καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.

Ο ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) είναι ένα σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα που έχει συνδεθεί με την εκδήλωση καρκίνου του τραχήλου.

Ερευνητές δηλώνουν πως ο εμβολιασμός έχει οδηγήσει στην σχεδόν ολοκληρωτική εξάλειψη των προκαρκινικών αλλοιώσεων του τραχήλου σε νεαρές γυναίκες από τότε που αυτός εισήχθη, σχεδόν 10 χρόνια πριν.

Κατά την τελευταία 10ετία κορίτσια ηλικίας 12 με 13 ετών εμβολιάστηκαν κατά του ιού, και αυτός ο μαζικός εμβολιασμός κάλυψε σχεδόν το 90% του πληθυσμού κοριτσιών σε αυτές τις ηλικίες. Τα αποτελέσματα αυτού του μαζικού εμβολιασμού προ 10ετίας, ήταν η ραγδαία μείωση (της τάξεως του 90%) των εντοπισθέντων προκαρκινικών αλλοιώσεων, μετά από έρευνα που διεξήχθη σε 140000 γυναίκες που είχαν υποβληθεί στον εν λόγο εμβολιασμό.

Οι ερευνητές δήλωσαν πως ο εμβολιασμός ‘‘υπερέβη τις προσδοκίες’’ και ότι το εμβόλιο χαρακτηρίζεται ως ‘‘υψηλής αποτελεσματικότητας’’, και αναμένεται να μειώσει τα περιστατικά λοίμωξης από τον HPV.

Πηγή:
https://www.newscientist.com/article/2198814-scotlands-hpv-vaccine-linked-to-near-elimination-of-cervical-cancer/?utm_term=Autofeed&utm_medium=SOC&utm_source=Facebook&fbclid=IwAR28fonyQWZvevAqRt5AaLkITwHr1Nh_FWstKJMrcSnEZJfKouSvs2gXmpY#Echobox=1554412812

Διαβάστε Περισσότερα

Ο προτεινόμενος χρόνος μεταξύ των τεστ ΠΑΠ μπορεί να αυξηθεί εξαιτίας του HPV DNA test


Μια νέα προσέγγιση των ελέγχων για τον καρκίνο του τραχήλου που εισάγεται από φέτος στο ηνωμένο βασίλειο (Η.Β) μπορεί να αυξήσει το διάστημα αναμονής μεταξύ των ελέγχων για πολλές γυναίκες.

Οι υπάρχουσες δυνατότητες ελέγχου όπως το τεστ Παπανικολάου (ΠΑΠ) προϋποθέτουν τον μικροσκοπικό έλεγχο κυττάρων που προέρχονται από τον τράχηλο της μήτρας για προκαρκινικές αλλοιώσεις. Στο Η.Β, συνιστάται σε γυναίκες ηλικίας μεταξύ των 25 και 49 ετών, να κάνουν τον έλεγχο κάθε 3 χρόνια ενώ σε αυτές ηλικίας μεταξύ των 50 και 64 ετών, κάθε 5 χρόνια.

Μια νέα μορφή ελέγχου θα εισαχθεί στην Βρετανία από φέτος. Η μέθοδος αυτή προϋποθέτει τον έλεγχο των συλλεγέντων κυττάρων, για τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV). Ο HPV είναι υπεύθυνος για τα περισσότερα κρούσματα καρκίνου του τραχήλου καθώς και άλλων οργάνων. Τα δείγματα που θα βρεθούν θετικά για την λοίμωξη από τον HPV θα υπόκεινται μετέπειτα σε τεστ Παπανικολάου.

Πρόσφατη έρευνα που διεξείχθει σε πάνω από 600.000 γυναίκες κατέδειξε πως ο έλεγχος για τον HPV κάθε 5 χρόνια είναι πιο ευαίσθητος στον εντοπισμό προκαρκινικών αλλοιώσεων σε σχέση με τα τακτικά τεστ ΠΑΠ, και συμβάλλει στην διάγνωση έως και 50% περισσότερων περιστατικών καρκίνου του τραχήλου.

Χώρες όπως η Αυστραλία και η Ολλανδία έχουν ήδη υιοθετήσει την νέα μορφή έλεγχου, ενώ οι Η.Π.Α διενεργούν και τους δύο ελέγχους παράλληλα.

Πηγή : BMJ, DOI: 10.1136/bmj.1240

Διαβάστε Περισσότερα

Γενετική Προδιάθεση

Η γενετική προδιάθεση είναι η αυξημένη πιθανότητα ενός ατόμου να αναπτύξει μία πάθηση με βάση τις γενετικές πληροφορίες που φέρει. Προκύπτει από αλλαγές στο DNA ενός ατόμου οι οποίες συχνά κληρονομούνται από τον ένα ή και τους δύο γονείς. Οι αλλαγές αυτές συνεισφέρουν στην ανάπτυξη της εν λόγω πάθησης, χωρίς όμως να την προκαλούν άμεσα. Κάποια άτομα με προδιάθεση θα αναπτύξουν την πάθηση ενώ άλλα όχι, ακόμη και εντός της ίδιας οικογένειας.

Οι γενετικές αλλαγές μπορεί να έχουν μικρή ή μεγάλη επίδραση στην πιθανότητα του να αναπτύξουμε μια συγκεκριμένη πάθηση.  Για παράδειγμα συγκεκριμένες αλλαγές (μεταλλάξεις) στα γονίδια BRCA1 ή BRCA2 αυξάνουν σφοδρά την πιθανότητα να αναπτύξει κανείς καρκίνο του μαστού ή των ωοθηκών. Αλλαγές σε άλλα γονίδια όπως το BARD1 και το BRIP1, επίσης αυξάνουν τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού, αλλά η συνεισφορά τους στον συνολικό κίνδυνο που διατρέχει κανείς φαίνεται να είναι αρκετά μικρότερη.

Η σύγχρονη επιστημονική έρευνα εστιάζεται στην ανακάλυψη γενετικών αλλαγών που έχουν μικρή συμβολή στον κίνδυνο εκδήλωσης μιας πάθησης, αλλά είναι σχετικά κοινές στον γενικότερο πληθυσμό. Παρά το γεγονός ότι μεμονωμένα οι αλλαγές αυτές μπορεί να έχουν μικρό αποτέλεσμα, ο συνδυασμός τους μπορεί να αυξήσει ουσιαστικά τον κίνδυνο που διατρέχει κανείς για την εκδήλωση παθήσεων όπως ο καρκίνος, η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης, τα καρδιαγγειακά νοσήματα και η μαθησιακές δυσκολίες.

Σε ανθρώπους με γενετική προδιάθεση ο κίνδυνος εκδήλωσης μιας πάθησης μπορεί να εξαρτάται και από άλλους παράγοντες πέραν των εξακριβωμένων γενετικών αλλαγών. Αυτοί περιλαμβάνουν άλλους γενετικούς παράγοντες (τροποποιητές), τον τρόπο ζωής και το περιβάλλον. Οι παθήσεις που προκαλούνται από συνδυασμούς τέτοιων παραγόντων συχνά ονομάζονται πολυπαραγοντικές. Μπορεί η γενετική σύσταση ενός ατόμου να μην αλλάζει, ωστόσο όμως ο έλεγχος των υπολοίπων παραγόντων (όπως ο έλεγχος του σωματικού βάρους και οι πιο συχνές ιατρικές εξετάσεις) μπορεί να μειώσει ουσιαστικά τον κίνδυνο που διατρέχει ένα άτομο με γενετική προδιάθεση.

Η μοριακή γενετική υπόσχεται μία άνευ προηγουμένου δυνατότητα να προλαμβάνουμε κληρονομικά καρκινικά σύνδρομα διαμέσω του ελέγχου των μελών οικογενειών με βεβαρυμμένο ιστορικό. Άτομα με κληρονομήσιμες γενετικές αλλαγές που προδιαθέτουν για την εκδήλωση καρκίνου μπορούν να ενταχθούν σε πρόγραμμα εντατικότερης παρακολούθησης προσαρμοσμένο στις ανάγκες της συγκεκριμένης πάθησης, ενώ αυτά που δεν τις φέρουν πρέπει να ακολουθούν τις οδηγίες παρακολούθησης που αφορούν στον γενικότερο πληθυσμό.

Διαβάστε Περισσότερα

Πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου

Έρευνα γύρω από την πρόληψη του Καρκίνου του Τραχήλου που διεξήχθη στον Κανάδα κατέδειξε πως η χρήση του HPVDNA test σαν μέθοδο διερεύνησης  του καρκίνου του τραχήλου απέφερε καλύτερα αποτελέσματα για την χρήση κυτταρολογικής διερεύνησης (τεστ ΠΑΠ). Το συμπέρασμα της έρευνας ήταν πως  μεταξύ γυναικών που υποβλήθηκαν σε διερεύνηση για καρκίνο του τραχήλου (n=19009) η πρωτογενής χρήση του ελέγχου του ιού των ανθρώπινων θηλωμάτων σε σύγκριση την με κυτταρολογική ανάλυση οδήγησε σε ουσιαστική μείωση της πιθανότητας  εκδήλωσης ενδοθηλιακής νεοπλασίας 3ου ή μεταγενεστέρου σταδίου (CIN3+) μετά το πέρας 48 μηνών.

Πηγή άρθρου : https://www.ncbi.nlm.nih.gov/pubmed/29971397

Διαβάστε Περισσότερα
. .